Medieval Greek texts. Being a collection of the earliest compositions in vulgar Greek, prior to the year 1500. Ed. with prolegomena and critical notes

발행: 1971년

분량: 233페이지

출처: archive.org

분류: 미분류

201쪽

τα Τρίκκ α με την Βλαχιὰν, Λάρισσος καὶ Φανάρι, τα φέρσαλα, ὁ Λομοκὸς, Ζητοὐνι Λεβαδία,

Aρτα καὶ τα Γιάννινα, ολον το Λεσποτάτον, την ραν ενι 'ς τον σταυρον τα χερια των δεμένα.

δεξεύρετε, αὐθένταις μου, ταῖς χώραις ποῖ εἶπα 985 λαις ταις εἶδα, πάτησα πεζος καὶ καβαλλάρης. διὰ τοὐτ ταῖς σύνθεσα με θρῆνον διὰ στίχου, διὰ τοὐτ καὶ ταὐτ' εγραφα καὶ ἀνεσκεπασά τα, να τα διαβάσmόπου χει νουν καὶ να μετρῖτα πάντα. βλέπετε, 'ς πόσον νομασμὸν στέκε λ ιστιανότης 990 τοὐτ δε ενθυμίζω σας, αὐθένταις μεγιστὼνοι, ποσῶς μηδὲν θελησετε να ποίσετ' ἄλλον δρομον, διατ ενι ολοι ριστιανοὶ ὁ κόσμος που γράφω, ενι, οἱ τόποι θροφανο απὸ γην μεγάλην ποιῶντα θέλετ εὐρεθῆ ούτω κεφάλαιωμένοι. 995 δε Κωνσταντῖνε βασιλεῖ κακ' τύχην ὁποῖ χες. θεὸς το ξεύρει, αὐθένταις μου, δε τό χα εἰς τον

ἀμμ δια τὸ πολύ κακὸν τῆς πύλης κινήθην,

να ποίσω τίποτα μικρὸν λόγον κα μυριολογι,

να τὸ διαβύω, να θρηνῶ, να κλαίω, να βρουχοῖμαι,1000 καὶ με ὁ νοῖς σέβασεν εις βυθισμὸν οὐ λόγου,

ποτὲ υ δεδυνήθηκα νὰ τον ξανασπασω, Δ οταν τελείονα μιαν λεξιν τε και αλλην, καὶ ἄλλαις ἀνηβαίνασιν εις τον-γκέφαλον μου, φηλαῖς πολλαῖς διάλεκτοι νὰ τρέχουν διὰ στίχου 1005 μως εὐχαριστῶ τον θεὸν τον ποιητ0ν καὶ πλάστην,οπo τον οὐ μου ἔσωσεν is γράφω τα τοιαῖτα. λοιπὸν παρακαλῶ σας το καὶ συμβουλευω σας o

υλοι σας μεταγράφατε τὸ ποίημά μου τοὐτοκα νὰ τὸ αποστείλετε εἰ τῆς Φρ κιὰς τὰ μέρη, 1010 εἰς χεῖράς τε τῶν αὐθεντῶν, Ῥηγάδων, αὐθεντάδων διατὶ θαρρῶ εις τον θεὸν νά νε διὰ τὸ συμφέρον,

202쪽

II has his

διὰ καλὸν τῶν ριστιανων μικρων τε καὶ μεγάλων. Κωνσταντῖνε βασιλεῖ, τί, 'νεν απὸ σεναυλέγουν, τι απέθανες επάνω 'ς το σπαθί σου, ηκουσα παλιν νὰ λεγουσι καὶ εἰσαι κεκρυμμένος 10 Ibὐπο χειρός τε πανσθενοὐ δεξιὰς της του κυρίου μακάρη να σαι ζωντανος, σαν ἐσαι ἀποθαμενος. Γωρα σκεπάζω τ ονομα καὶ κρυβω νομά μου, να μη ο ξευρουν οι πολλοὶ τίς ο τοιαυτα γράφας.

αλλ ομως νὰ γινώσκετε, ελαίαν εχε μαύραν, 1020 ὁπου γραφε το ποίημα, ' ς δεξιὸν μικρον δακτύλιν, κα εις την χέραν την ζερβην αλλην λαίαν πάλιν, ἰσόσταθμα, σόμετρα 'ς την μέσην της παλάμης

λοιπον παρακαλεσατε να δῶ την σωτηριάν μου, με την τιμην μου διὰ ν γ ν 'δω και την γειάν μου. δε εχω πλεον, αὐθένταις μου, προς το παρον is γράφω θλιμμένα, παραπονετικὰ εῶ ἀφίνω ταυτα,

καὶ τέλος κάμνω τὸ λοιπον καὶ παύομαι του λέγειν. 1030φύστερος παραγγελιὰ, αὐθένταις OU, ρηγάδες, ενι νὰ κοπιάσετε, D'βγάλλετε τον οὐρκον,νὰ τον ἐξεριζώσετε ἀπέσω ἀπο την πωλιν ' καὶ ἄμποτε ὁ κύριος ὐσας κατευοδώση.δεν ενι λοτας μικρὸν νὰ τὸ παραθαρρῆτε, I 036νὰ τ' ἀπολησμονήσετε, νὰ μη ἀναθυμησθε ἀμμη ενι τόσα δυνατὸν, ὁτι οὐδε τυχαίνει απὸ τον νουν σας ἁ λβ ου μέραν οὐδε νυκτα, νὰ μη χετε ἀνάπαυσιν ἄστε is δῆτε τέλος.

καὶ ἄμποτε ὐποίσετε ἀνδραγαθίας εργον, I 040 καὶ νῖκος δώση εἰς μὰς καὶ ζῶσμα ς' ἄρματα σας θεὸς παντοδύναμος ὁ κύριος της δόξης,

νὰ πὰτε, νὰ νικήσετε ὁλους σας τους χθρOUς σας, νυν και αεὶ καὶ πάντοτε εἰς αιῶνας αἰώνων.

203쪽

συν ἄλλοις νενηκοντα καὶ ὐκτὼ πληρεστάτοις θνῆσις καὶ μόρος, θεοῖ καὶ παίδευσις λεκ τούτου, θανατικον ἐπέσωσεν ει το νησὶν της Pόδου,5 και ηρχισεν ἀπο μηνος αυτολτου κτωβρίουκ επατε μηνας εικοσι φλοίμη του θανάτου,

φρα Πέτρου τε δε Ἀββουσσῶν, τι καὶ καρδινάλου δε Σάντου 'Aνδρειάνου τε καὶ ὐαυτὸς φρα γρτως. 10 καθέδρας ἀποστολικῆς της μητροπόλεως Pόδουητον ο γιώτατος ὁ σοφὸς μητροφάνης,

αρχιερευς πανάρετος, καλὸς μητροπολίτης ε τῶδε τω θανατικω καὶ αυτὸς ἀπεβίω.

αλλάγε καὶ το ποίημα καὶ ὁσα δια στίχου Ιλάγράφησαν, βαβαὶ παπαὶ, δια o θανατικον της Pόδου, Εμμανου' ο γράψας ην, -- και ὁ ποιησας,

Γεωργιλλὰς ακούεται, Λειμενίτης τ επίκλην. Αρχοντες πλούσιοι καὶ πτωχοὶ, μικροί τε καὶ μεγάλοι, κι εσεῖς, αὐθένται φρέριδες, ὁπου 'σθε το κεφάλι, 20 τί ητον τοὐτο τ κακ το μέγα καὶ μυστήριον καὶ το πικρὸν θανατικον, το φοβερὸν κριτῆριον οπολ λθ κ ηδρε 'ν πτωχην θν Pόδον Η μισκῆνα, καὶ εφα του ανθρώπους της με λοιμασμένην πεῖνα, καὶ θέρισε τον πίσκοπον καί κοφε τους παπάδες,2 διακόνους καὶ κλησιαστικούς καὶ τους ξαγορευτάδες,

204쪽

καὶ πίκρανε του γέροντας καί θλιψεν ταῖς μαννάδες, ταῖς κόραις ταῖς ἀνεγλυται καὶ ταῖς οικοκνάδες, καὶ ξέζευσε ἀνδρόγυνα κ ὀρφάνευσε παιδάκια, καὶ φῆκέν α ν ἀναθραφοῖν εις πιπιαῖς καὶ φαρμάκια. η και τί VTO το κακο, ριστε, η αμαρτία 30να τον κι αὐτὸ γραμμενον εις της τύχης τα χαρτία ἰη νύ νε αυτὰ κρίματα τα εχε η ἀθλία, και δέρνεις καὶ παιδάεις την με θανάτου αιτίας κλαυσατε, σοι ιστιανοὶ ἀρεσκεσθε βαπτισμενοι την Pόδον την ξακουστην εις τότε παιδεμένη 36 θρηνησετε και ' τέ της ὀκ τι καταλόγι,

ἁλοιμονον, Ῥοδίταις μου, καλὰ παλ καράκια, καὶ ξενοι σοι χύθητε, Γωμαῖοι και Φραγκάκια, TO τί παθεν η νειότη σας- αὐτη - κιά σας, 40την νῆσιν την πάθετε καὶ την παραλυσιάν σας, καὶ, κριβά σας τα κορμιὰ ' τα νβνα α φορτόνουν,εις καμπους ελ σκοτεινὰ, κεῖσε νὰ τὰ χώνουν

δίχα μεγάλαι η αλμουδιαῖς, διχως ἀλληλουιάριαν ρχουνται νὰ τὰ βάλλουσιν πάνω 'ς τὰ μουλάρια, θοὶ μανιόρδοι με χαραῖς τὰ σώματα νὰ παίρνουν,

και ἄλλοι να τα θάπτουσιν καὶ κεῖνο ν διαγερνουν.

κρίμα ὀπου γίνετο, βαβαὶ τίς μη θρηνήση,εις εTOιαν χώραν εὐμορφην ὐελθη τέτοι θνήση καὶ νύ χα δάκρυ ὁ ταπεινὸς νά κλαυσα, ν θρηνήθην. I 0

ὁσον με σύρνει ρεξει καὶ νους ὁσον με πείθει

ἀμμε θωρῶ κι φύρθηκα κι μιστικὸς ἐγίνην, ως δια να δουν τὰ μάτια μου τετοιαν πικρὰν ὀδύνην, και θλιβουν την καρδοῖλά μου, πολλὰ πικρὰ την καίγουν, ἀλλ ὁμως τὰ χειλούρια μου τὰ πικραμέν α λέγου 65

που νεν Π σάρκες Γ λευκαῖς και Γ εὐμορφοσύναις, η φαντασίαις ν πολλαῖς κ γαλανταροσύναις,

205쪽

τα ροὐχ σας τὰ εκλαμπρα, σατία καὶ βελοὐδα, κι αυτ σας τὰ γαλαντικὰ, τὰ πάνω σας που 'δα, 60 παθιίσας και πουνιάλα σας καὶ τ ντους χρυσωμένους εδὰ θωρῶ τον θάνατον- εχε σας κερδεμένους. α σας ρύμαις ἄμετρα και τὰ στενὰ θρηνοῖσι, καὶ χάσκουσι, ἀκαρτεροῖν τάχα νὰ σας ἰδοῖσι

κόραις που λησασιν P ἀγαπητικαῖς σας, οἱ συγγενεῖς καὶ γείτονες κι αυταῖς β δικαῖς σας, τὰ παραθύρι κλείσθησαν is πόρταις ἐκτιστῆκαν, ν λυγεραῖς εχύθησαν κ οι νέοι ἐποντιαστηκαν. εχορταριάσαν τὰ στενὰ στράταις ἀσχημησαν καὶ ἁφτην θνησιν την κακVν τὰ σπήτια ε ωαΗσαν' 70 τοσον καιρον τὰ βρίσκουνται κλεισμενα βουλλωμενα,κ ἀπ' ὁρισμὸν της σανιτὰς νά εν διαυθεντεμένα. δμως Qεῖνοι διάβησαν που τὰ εμετέχαν,κ εχάσασι τ ελπίωσιν, καὶ κεῖνα τὰ παντεχαν, και παρεχώρησεν ὁ θεος κ επάρασίν τα ἄλλοι

την βασιλείαν Ουρανῶν καὶ κάλλη παραδείσου, και η αιώνιον λθ νὰ τυ κληρονομησουν. ἄμμε ν ζῆτε, ἄρχοντες εσεῖς ποὐ, αν πῆτε,

80 με το θαὐμα σφάζει με, τὰ μελη μου χαλοῖσι, in εκόντανεν ἡ γλωσσά μου, τὰ χειλη μου σιγοὐσι. διατὶ ἄπτει καρδοὐλά μου σὰν μια φλογα μεγαλη,

κι απὸ το θρηνον τον πολυν εχασα το κεφαλι, καὶ θάμπηναν τὰ μάτια μου ἀπο το πεμαι κλα ρε.

85 ἀλη Ἀριστέ μου, νὰ λαλῶ τον θάνατον σου, παφε. πλάστη μ , διατί Δργίσθηκε την Pόδον την μισκ0ναν ἰγι στρέφε την ἀπόφασιν και τὰ πικρά σου κεῖνα,

90 δε οὐρανὲ κατάστερε, ηλιε καὶ φεγγάρ ,

206쪽

ορη βουν καὶ θαλασσα, ' Pόδου, τα ρη, κλαύσατε καὶ θρηνησετε ταῖς ἄτυχαις ταῖς κόραις, που σαν, λεγω, ξακουσταῖς ς του κόσμου λου ταῖς χώραις. εγὼ - θελησω δια να ειπω ταῖς ευμορφιαῖς καὶ κάλλη

τα μῆλα του προσώπου Tων κόκκινα και τα χείλη,

φρύδια ξενοχύραγα, ραιοτικα ματακια, και στηθη σπερ μάρμαρ λευκὰ βυζια κανάκια, 05ὀχρὰ σεμιδαλόμνωσταις, νόστιμαις ἀσπρουλάταις, καὶ καλομορφοτήπαραις ἀγγελομισηδάταις καὶ τα μαλλιὰ χρυσαφωτὰ ἴσα ταῖς λικιαῖς των, ἄλλαις νὰ τά χουν ἄπλωμα, ἄλλαις ει πλεξουδές των. τα δε μαλλια που κρεμουνται καὶ τίς α τα συγγράφmi JI0ανάκατα με τὰ μαλλιὰ νά χουν βρυλλαις χρυσάφι. ἀμμε ὁσα πλεξουδιάχυντα με τὸ μαργαριτάρικα σκούφια αλλως δικτυωτην με τὸ πολυν λογάρι, κυπαρισσοβεργόλικμις, ἄφεγαις κόραις σαν,

και ποια α βρεθθκε φυχ' ἁφτην ἀνδρίκια φύσιν θεωρῶντα τετοιαις εὐμορφιαῖς νὰ, ταῖς ἀγαπήσηυομως εγὼ θελω ὰ πῶ καὶ δια την φορεσίαν, 20 ἀφηγ θῶ παρὰ μικρὸν μ' ὁσην εμπορεσίαν. ενδυμενα σαν τὰ κορμιὰ, ἀγγελικὰ κεῖνα ἀπο πανάκια της Φραγκιὰς, ὰπὸ τὰ πλεά τη φίνα,

207쪽

χρυσὰ, εχου γουργριὰ μεχρι καὶ τα βυριά των,

κι απέξω γουν ελεστῶ ετερα νά χουν πάλιννὰ λάμπουν, ν ἀκτινοβολοῖν τα εἰ μορφά των κάλλη, 130 ἄμμε εγκόρφια τα χρυσὰ, ποῖ κρέμουνται 'ς τὰ στήθη, πολυξοδα πολύτιμα, ἀμμε εμένα πείθει ὁ φλόκκος ει το κούτελον ὁ λιθοκαμωμένος κι- μαλλοπλεκτης ' την κορφην ο μαργαριταμένος ἁ λαις, εχουσι χρυσαῖς ἁλυσε ν φοροὐσιν 135 χουγαῖς κατὰ την δύναμιν καὶ ποριαν ὐπεμοῖσιν, και ἄλλαις ἀργυροχρυσα φιλα ἀλυσιδάκια, να τὰ κρεμοὐσιν πτωχαῖς καὶ τὰ θηλυκονδάκια, καὶ πῆσα ἔνα φορεμ ποὐ, νε τιμημένον χρει νε οὐ κάτω Λ την ποδιαν τριγυρω νά Ῥαμμένο.

πρέπει ν γράφωμεν κι αυτὴν με es ἄλλα τὰ γραμμένα, την ἄλυσιν τὴν ἶργυρὰν της μέσης την καδένα.δλην τὴν μέσην ζώνεται καὶ φθάνει εως κάτω 145 καὶ ξετελεύει ἄκρατα ς οὐ κολληκιοὐ τον πάτον δένει καὶ κόμπου δυ τρεις τάχα τε ν κοντήνy. ἀμμε το μῆλον επαινῶ οὐ κρέμεται 'ς ἐκείνην εχει οὐ στημαρίζεται εἰς τέχνην καὶ εἰς βάρος πεντήκοντα και κατον λουριὰ, διακόσι ει θάρρος.

150 ἄλλαις ἀκόμι πλεότερα καὶ ἄλλαις νὰ μὴ φθάσουν,

εἶδα καὶ μοῖραν ἀπ αὐταῖς οὐ βάλασιν καλήκια, τριάντα νυξίρουσι λουριὰ, τα στημάρρ δικια, διατ δεσαν λοτράπωτα χρυσοκλαβαρισμένα, 155 με λιθομαργαρίτaρα τριγύρου στολισμένα.

208쪽

τί το λοιπον γίνετο, σὰν εἴχασιν ἁλλάξειν ταῖς φορεσιαῖς ταῖς στολισιαῖς με ερωτίας τάξιν ωσὰν τον λιον λάμπουσι, σαν τον ἀποσπερίτην

παρα το φεγγος φεγγουσιν, παρὰ την Ἀφροδίτην. καὶ να ταῖς εὐηκεύουσιν οἱ δοὐλοι καὶ παγίτωις, 60

ἄλλαις εἰς βρυσες, εἰς λουτρὰ καὶ εἰς περιβολάκιν,νὰ πὰν να ξεφαντόνουσιν,βσα εορτη καὶ σκόλη, συμφάμηλοι ν τρέχουσι με φαγοπότια λοι, 166 ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ, ουχὶ δ αλλην μεραν

ταῖς ἄλλαις δε νὰ κάμνουσιν νύκτα καὶ την σπεραν και να νυκτοκοπιάζουσι, νὰ κάμνουσιν, νὰ διώχουν,

διὰ νὰ μη ξεπεσουσιν ἀπο τον βιον ὁπω χουν. καὶ τίς ῆξεύρει ὰ μἁς πη λαις ταῖς τεχνοσύναις, 170

τα κύμναν τα ερακι των καὶ ταῖς εὐμορφοσύναις; Ουμάκια και πλατυφυλλα με τέχνην και με πρὼξιν επάνω ει φιλα ιν λογιαῖς ὀπαῖς με τάξιννὰ χρυσοκλαβαρίζουσιν έ μιν και χρυσάφιν, με πῶσαν τέ χνην μουσικην σὰν καλοι ζωγράφοι, 176 προμπεραις, μαξελλάρια, κουρτίναις καὶ μαντηλια, με κυδωνιαῖς τριαντάφυλλα, κληματα και σταφύλια, ἄνθη καὶ ρόδα και μυρτιαῖς, πασύλογα λουλούδια, με πόθον ὐπλουμίζουσιν με χαραῖς καὶ τραγούδια, λέγω ν τυχε κανεὶς νὰ, καλοσκοπων 180

τ' ἀργόχειρα τὰ κάμνασιν, πολλὰ νύ 'χεν φονίση. Ἐγὼ δὲ πάλιν ἄρχοντες, καλὰ κ εἶμαι Γοδίτης,

καὶ βώλθηκα ει τοὐτο νὰ σὰς θ πῶ και νὰ ημύρωεις τὰ μου συνεβησαν πασάνα νὰ φερμύρω. 85ουδεν ο καταδέχομαι νὰ γράφω πλαστὰ λόγια, καὶ δεν καιρος της καύχησις ἀμμέ νε μυριολόγια,

209쪽

5τι καὶ τὰ χείλούρια μου χαλὰν πικραμένα. απὸ γυναῖκα καὶ παιδια, ἀλ0, κριμα ς εμενα, l90 τρεις ἀδελφάδες ύπανδραις, α καθεμια παιδία νύ 'χὶ πεντ εξη καὶ επτὰ, με την ἀλυπησίαννα ταῖς θερίσν τ σπαθὶν του Xύρου, νὰ ταῖς πύρ'

καὶ ζωσε - μάννα μας διὰ νὰ δεχθῆ τα βάρη.

αὶ πικραμος, αἱ συμφορὰ, ποσο ναι τομακ μου I95 ἀφῆκέ με, τον Γεωργι λὼν, καὶ Γεώργι τον υ ἱόν μου καὶ επιον, πίνω καὶ νὰ πιω όλωνῶν ταῖς πικράδες,

καὶ δυο καὶ τρία ορφaν 'πὸ κύριν καὶ μαννάδες παιδιὰ απὼ τὰ μελη μου καὶ ἀφ' ταῖς ἀδελφάδες. καὶ κλαίω πῶς εγδέχονται μῆνες καὶ ε δομάδες,200 τίτοιαι δὲ θελουν, ἰδοῖν αλλ' υδ νὰ γευθοῖσιν

διότι οστ νὰ ληQιωθ9ὼν, πολλὸν πικρανθοὐσιν. ενε καλὰ καμώματα, ὰρ μου, τὰ ποῖκες πῆρες τους στυλου του σπητιολκαι τὰ παλουκι ἀφῆκες. Xάρε, καὶ που βρες τυ ἀξιὰν καὶ εχεις τόλμην τόσην 205 καὶ βλεπω, απὸ λόγου σου πέρασαν καν πόσοι καὶ σαν σου βλεπω, σύ τινὰ ποσῶς ουδὲν φοβῆσαι, οὐδ' ἄρχοντες εντρέπεσα ουδὲ πτωχους λυπῆσαι.

μας ολους βλέπω καὶ θωρῶ πῶς μὲ τους κοσταρίζεις, καὶ,παίνεις, εις τὰ σπῆτι των καὶ παίρνεις καὶ θερίζεις.2l πολλοὶ σὲ ζωγραφήσουσιν καὶ κάθεσαι πάνω ἄμμη γὼ θωρῶντά σε εἶμαι διὰ ν αποθάνω, καὶ αν σκιαστὸν τρομάσω σε, νά σαι σαν τον νομάρχην,επάνω εις τον Κέρβερον σατανωδιαβολάρχην, πρόσωπον ξενοχύραγον, κορμὶν καὶ ἄντα πρῆγμα, 2I μετὰ γυμνὰ τὰ πράτω σου 'π' δὲ σώνει γράμμα, ταῖς εὐμορφιαῖς καὶ κάλλη σου τὰ ἔχεις βασιλεια σου, κρατῶν πασύλογ' ἄρματα καὶ ἡ τὰ δρέπaνά σου.

ν μ' σὲ καταβάλλουσι, διατ εισαι μέγα πρῆγμα, 220 διατ' εἶσαι δυνατὸν θηρῶν πλεον καὶ τ λεοντώρικι ουδὲν σου σφάζου ἄρματα, καν μια λογῆς ξιφύρι.

210쪽

θερίζεις νεον καὶ γέροντα, κόρην καὶ παλληκάριν, 22b καὶ παίρνεις ποιους βουλεσαι καὶ θέλεις 'ς ρεξή σου νύκταν μέραν κόλεις τους καὶ δε νὰ σε κοξήσουν. ἐμπαίνεις με ταῖς φαμηλιαῖς, τ σπητι δυσφαρίζεις, κι ν i)σης καὶ κανένα δυο, θλίψε με του χαρίζεις. καὶ κεῖ που θελε σε φανεῖ, λους με του θερίζεις, 230 ἀνασπαστοκλονόριζους απὸ την γῆν χωρίζεις.

καὶ χάνεται το νομα και η κληρονομιμκαὶ το μνημόσυνον αυτῶν που 'ν φυχῆς σωτηρία.

καλῶς το λέγει ὀ αβὶδ ὁ μέγας ὁ προφητης, καὶ του θεοὐ τὰ κρίματα ἄβυσσος εν δίτης, 230

αν ἴσως καὶ ὁ τύουκαλὰς χη μεγάλην ἄδειαν, καὶ κάμνε αγγεῖα εἴμορφα, υτ με τὰ σημάδια, 2 bκα νὰ κολλήση καὶ το πτιον, που δ' αν οὐ δερεσβ, καὶ δε ευρίσκεται κανεις καὶ μέμφιν ν τοὐ θέσκ). κάμνει καὶ πάλιν ἄσχημα παραστραβ πτιασμενα, τὰ πτιὰ το στόμα ς το κορμὶν νύ , στραβοκολλημενα κ αν Os φανy, ζακίζει τα καὶ πάλιν κάμνει λα, 260η πάλιν ξαφίνει τα, L βρίσκουνται με τ' ἄλλα, καὶ δε εγείρετ ἀπ αυτὰ, τοὐ πη τ ντα οὐτα, Οἴτε απὸ τ' ἀτωκιστα ἀλλ' ουδ' ἀπο α ροὐτα. πόσον ὁ μέγας κεραμεύς, ὁ μάστορας ποῖος

SEARCH

MENU NAVIGATION