The history of Apollonius: according to the Latin original

발행: 연대 미상

분량: 242페이지

출처: archive.org

분류: 미분류

51쪽

λέγει, την κορον καλεῖ ποιουσαν ροπταισμῶν τι. Ἀμὶ τοπάρχαι, αρχοντες καὶ συνοικήτορές μου,

εἴδετε τολμην γυναικὸς καὶ φθόνον εἰς ἐμένα, ἀντὶ τιμῆς ἀνταμ ν εμ, νὰ φαρμακωσον. 395 καὶ παρευθύς ἐπρόσταξεν το βελ- νὰ σαλπίση,

νὰ συναχθουν οἱ απαντες ob rορες της 'Pώμης, οἱ πένητες καὶ οἱ πτωχ'ὶ την δίκην - δικάσουν. - ντεις ἐσυνάχθησαν, στέκοντα, κατ' ἀξίαν, πέμπουν εἰς το κοράσων, φέρνουν την δεδεμένην. 400 στωσον Ἀλεεινὴ, τίποτε - κατέχων,

ε ανγεν κα ὶ ο λυζεν ἐκ βάθους της καρδίας. κι ὁ λογισμὸς ἐμάχετον δῶ τους συκοφάντας. Ἀνθρωπος μει - ἐμου, λόγον μοι κατεσφαλθην.κ ἐμὸν μ' ἐλοχει ὁ λογισμος, κακον οὐδὲν ἐποῖκα 405- ὁ ως ὁ παντοδύναμος - δω- νὰ κρίνη.''

κόνεται ὁ βασιλεύς, --σαι εἰς τους ποδας' Ἀρχοντες ο ι σήμερον, τοπάρχαι μεγιστανοι, καὶ πάντες ολοι, πένητες, μικροί τε καὶ μεγάλοι,

την δίκην την δικάζομαι, κρίνετέ την εἰς δίκαιον. 410 φῆναι προσωποληψῶ χώμεν, παρακαλω σας. ἡ Πλατ αφλωρε σήμερον, ἡ κόρη ποὐ θωρειτε, την μάνναν της ἐκούρσευσαν αὐτην ἐγγαστρωμένην. εἰς οἴκους μου τηλεφεραν, εἰς τὰ ἐμοι παλάτια. καὶ μαν την σνέννησεν, - πολλὰ ἐχάρην 415- εἰ γενικὰ βασιλικα, μετα δωροφορίας ανάθρεψα καὶ ποῖκά την κι,ποκατάστησά την κοράσιον - βλέπετε ἐθάρρουν νὰ κερδίσω βασίλικας ἀνταμιβας κ' ευχαριστῶ, μεγάλας, καὶ ἐψηγάδες λόγασα συμπεθεριὰν να κάμω, 420 καὶ στέμμα καὶ διαδημα αὐτην να την φορέσω,

νὰ την κοσμήσω βασιλικὰ εἰς τον παρόντα κοσμον.κι-- θωρω, τον θάνατον αὐτήνη τον δικόν μου δολίως κατεσκεύασεν, του - μὸ φαρμακώση. δῶ τομο σας σύναξα νὰ μάθετε το πραγμα, 425 να κρίνετε το δίκαιον καὶ την ἐπιβουλίαν,

52쪽

καὶ - εἰπαντ ενάντων, οἱ πάντες δι - μάθουν. δι αμο πάντες, αρχοντες, πλούσιοι, μεγ*-νοι,

πτωχοὶ - εν μια φωνὴ ἡρξαντο νὰ στριηροίζουν, 440 καὶ δολερην ἀποφασιν κρίνουν την a ' οθάνη καὶ θάνατον οδυνηρον χαρίζουσιν 'ν κορον, την κορην την ἀναίτιον θανάτεπυρπολουσιν. ροίζουν, μουν, προ αὐτην φλόγα λαμπρὰ, νὰ νάφουν, καὶ μέσα τὴν πα--σον ριφηναι δεδεμένην. 446

οἱ πάντες - ενάντων λέπασιν της κόρης. διατί; τον τρόπον - παντ- ουκ Θυραν, τον δόλον, Ουκχὶδαν - ἀνάντων, τον φθόνον της κακίας δι αδτο κατεδίκαζαν πην κόρην τεθνηκέναι

θάνατον ἀνεκλάλητον οδυνηρό πικρον γὰρ 50 επὶ τραπεζης ὁ δεινος, ὁ πληρος εμων δόλου, ο ψεύστης, ὁ διάβολος της ἀπιστιας ὁ δομος

ορίζουν καὶ σκευάζουσιν, εἰς φυλακην την κόρηρίπτουν, κατασφαλίζουσιν, δεσμεύουν ἀναιτίως, χειρας και πόδας σφωνουσιν, βασα τυραννοῖσιν,ορίζουν του μη θροοεσθαι κατὰ του βασιλεως. μετὰ μικροπιεκβάνουσιν, φυλακης την κόρην, ὀ σινισκακος ὁ δεινος μετὰ καὶ των Γλίων

53쪽

διί σένα θανατόνομα αδίκως ἀναιτίως. 470 καὶ συ ἀγών μου - , κάθεσαι 'ς το Μον--ι, καὶ δι' εμνον ταπεινὴν τί-- ουκήξεύρεις. ακόμη ου κατεμαθες ε τι δῶ σένα πάσχω. κρίσιμ μ' ἀποδέχετο, χάνομαι ἐς ν κοσμον, κανον - ἔχω ανθρωπον α μαντ--ορον,475 η συγγενὴν δε φίλον μου, να σου - ἀναγγείλην. πάντες ἐκαταλέ ἄν με οι συνοικητορές μου, οτι o πατήρ, ὁ βασιλεύς ἐμένα παρα-νως ἀδίκως κατεδίκασεν πυρὶ παραδοθηναι. χωρὶς την λόγα --ομαι θλιμμένη πην καρδι- 480 υ βλεπεις μου τον θάνατον κι ἔχω διπλην την λύπην. λ' οἴ- - χαροποιεῖς ει τον παρόντα κόσμον,-- χαρὰν συνήδονην ἔχεις ποτὲ συζησαι, ἐνθυμουμένος θάνατον αδικον ἐδικόν μου. 'Tην -- ταύτη ὁ -ριος εις ωνον ἐκοιματον,

485 θορυβουμένος ἐξυπνα, μὲ φόβον ἀνηγερθη,

κα ταραχη κατέλαβεν τον λ ισμον του λουρον, καὶ θάμβος κατεκράτησεν την ολην του καρδίαν, κι,πάρχει ὁ ζαλιστος, μυριομεριμνημένος. ρεῖ - δ πυλίδι του, - 'ς τον δακτυλο ἐφόρει,

49 ἐκεῖνον - θάρισεν η κόρη πλατ αφλώρη, ὁπου χεν την σέργειαν τὸν θλιψιν φανερόνειν ἀνεντρανίζει, θεωρεῖ ἐκεῖνο το ζαφύρι

54쪽

otias menda

μαυρον, λωον, ἀγνώριστον, ξένον ἀπο την φυσιν ωσεν τὸν λαμπρότητα τὴν φυσικὴν, τὴν εἶχε, κι, ἀπὸ την θλίψιν - βρεμ της κόρης θολωμένον, 495καὶ παρευθος παράλλαξεν, ω νει τὸ λαθάρι, ἀγνώριστον ἀνείεεον τὸ ἀληθὲς δεικνύει. πωρίζει ταῖ' ὁ Φλώρως, ε ερνετω συντομως, τὸν λον ἐνθυμουμενος κόρης της Πλατ α λώρης,

OG ταν an θολώμ. 'ς το δακτυλίδι μεῖνο, 500 γνώριζε στι θλίβομαι κι - κακα τωθάνω. υργὰ συχνὰ ἐπηδησεν ἀπώκει που κοιματον, θρηνων καὶ λαώνων λεγεν ' καρδία πονεμένη, καρδι μου, λησμόνησε τον πόθον της ραίας, της - λησης τον καιρον οποὐ χεν εἰς ἐμεωυ 505

εδὰ καρδιά μου, δια σεν ἡ Πλατ αφλώρη κόρη- νομίζω εἰς τύχης θάνατον την φερεν η μοῖρα κ ει αεμον ἀπέσωσεν της ταραχῆς λιμένα. δια σὸν καρδιά c πεῬάγω καὶ διὰ σεν παθάνει καρδιά μου, ἀνεγέρθητι εἰς βώθειαν της ωραίας. 510etrinari καρδι μου ταπεινη οε ρον διασυντόμως, συμπόνεσε την θλίψιν της την ἀπανάκτησίν της, θεράπευσον τον πωτα, τίμησον την πάπην, συμπάθησε την Naaαν καὶ συναπόθανέ την Vκαὶ παρευθος ἀπέρριψεν τον φόβον παροπίσω. 615 εἰς φίλον του ἐγκαρδιακον, μαλλον καὶ συπιενην τολτης χωρος καμμάρων ἐκ των ἐνδοξοτάτων, λέγει, 'ξηγεῖται συμφοραν, κατεμπιστεύεταί τοπιον εῖχεν την καρδίαν του ον θλίψιν φανερόνει, ν πόθον φανερόνει του ον εἰς την Πλατ α λώρη G20 καὶ συμπονεῖ καὶ πάσχει τον- συπιενης καὶ φίλος. ρὶν τον δίδει, αρματα με την διόρθωσίν του,

φαρὶ υποτάπιον, σύντομον - διώκη τους μέρας. δέει του κι -οσαλινον καβαλλικεύει μεῖνος,

θώρακαν ἐπὶ κεφαλῆς, σκουτάριν καὶ κοντάριν, G25κ ἀργυρομύστακον σπαθὶν κ ὀλόχρυσον θηκάρι, εις χέριν ἐπιτήδειον ξύν ὴκονισμένον,

55쪽

βραχιολι ολάργυρα, τὰ ἔξωθεν πυ-φι, ζωσμαν ἐζώστην σιμον ἐπάνω των αρμάτων. 530 σαύτως το Amrάριν του ον -- μενον, κουβέρταν κω Ῥώμην, ἐμπρος καὶ ἐξοπίσω. μάτωσιν καμ λαριου -- α ξοπλισμένος καὶ παρευθύς, το vis et Μ καβάλλικεύει. κι-- ό πόνος τον σφα - ῆ μέριμνα της λύπης, 535 μη κατακλίνη ἡ τύχη του καὶ φθάση πην χαμένην.καὶ συχνοκοντοπτέρνιζεν τον μαυρον του συχνάκις, - διασυντόμως εφθασε, κατέλαβε τον τόπον. βλέπει την κορον καὶ βαστα πολύπονον καρδίαν,

τροπωθεν να στέκεται λαος πολυς, ὰ βλέπη

την κρίσιν, την ἀπώλειαν κόρης της Πλατ α λώρης.545 καὶ παρευθος ὁ Φλώριος προτα εις - μέσον μὲ θάρρος ευτολμότατον, λῆθος ἀνδρειωμένον

550 εἰπέ με, πῶς καὶ δia τί ὁ βασίλεω της χώρας

εσένα κατεδίκασεν ἀπόφασιν θανάτου.''ουτως εἰπων ὁ Φλώριος, ἡ κόρη ἀπηλοη 'αυθέντη, πεν ερώτησει, ἀκροάσου - το μώης' ὁ, τραπέζης δολερῶς συκοφαντιαν μὲ ποῖκεν, 555 ὀρθωτικὸν βουλευτικον μετα του βασιλέως, δολίως μετα μηχανην κεῖνον δι φαρμα - 'απερ κριτην παρίσταμαι τον πάντων βασιλέα,ο- οῖδα γαρ τοὐφάρμακον, τίποτε Oυ γινώσκω.

-υ δόλου - πιβουλευμα ουπιεφερεν ὁ νους μου. 560 καβα λαρίων ei rem ἀνδρεῖα ἀνδρειωμένε, βοηθει μοι, ξαιτουμαι σε, δι πάπην του Φλωρίου,

m ter of in tabis.

56쪽

δι πώ ν τὴν 'ς τον Φλώρων βοηθει μοι τὴν ξένην. '

. . . . .

' ὁ σινισκακος ὁ δεινος ὁ κλέπτης καὶ ὁ φεύστης, ὁ αδικος ἐπίβουλος, ὁ εμφυχωμένος δαίμων, 576

εις κίνδυνον καὶ θάνατον βάνω ον εμαυτόν μου, δια ωνάπην του Φλώριολαμην νὰ ποκρατησω,

μὴ ροηνωρίζων τον υἱον η τας αἰτιας του τροπου. 590 δίκαια λωγια λαλεῖ ομος ὁ κω λάρης, θέλω - καβαλλίκευμα ὰ γένη του πολέμου καὶ παρευθύς ἐκέλευσε την δέσμων δεσμωνα νὰ πάρουν - κοράσιον καὶ νῖ - φυλακώσουν,νὰ τὴν δεσμεύσουν δυνατα, δι την κατασφαλίσουν, I95

57쪽

. . . . .

625 τι καὶ τούτου λέγοντος ἀπέλαμψεν ἡ 'μνα. . '.'zz.

58쪽

καὶ ε αν καὶ συνάχθησαν τὰ πληθη των ανθρώπων, - βλέπουσιν τὴν ταραχὴν το τίς θέλει νικήση. οἱ μω αὐτον θελασιν, οἱ δὲ καὶ πάλιν αλλως.ορθοῖ, στολίζει το φαρὶν λυποταπαπνός του. et δα, καβαλλίκευσε, ξεβαίνει ει τον κάμπον, 630μ αστρον εἰς τον οὐρανον, - λιος εἰς τὰ νέφη, - δένδρον, νοστο- κον Ἀραῖον περ. λιν,ούτως εἰς μέσον Φλώρως ἐφάνη ἐκ των πάντων. καὶ μετὰ παν ολιπην si ενί, τραπέζης, ῶς θάλασσα ἀγρώφθαλμος, μαστος α νομίσν, 635o- ῆτο δυνατώτερος Mis παρα ἐκεῖνον. ρνει φωνη προς Φλώρων, μετα θυμον ελα ι' υἱέ μου, τίς εῖσαι καὶ ποὰς, εἰπέ μου. τί, το θέλεις ἰκά, τί δια την κατάκρυτον θέλεις ει λάγνασθαι ἰδῶ του γὰρ ενι δίκαιον, κείνη ν ἀποθών, 640δια τολμη, πιετολμησε κατὰ του βασιλέως -ἀνοσιον, ἀνόητον-δια νὰ τον φαρμακώση κι ὁ Φλώρως si στολμος, τοιμος δίχα φοβον, αὐτον ἀπηλογήσατο γενναίχος κ ἀδείλιάστως'

Mτι της ποθέσεως καὶ μηχανης εργάτα, η κόρη γὰρ μέτοχος κ αναίτως πάρχει του δόλου και της μηχανης της φαρμακοποσίας κ ἄν ἔχης τίποτε να εἰπης κατα της κόρης, λεπι' ελα ς την ρέντα σύντομα ὰ σὲ μονομαχήσω. 650 os οἱ δυο κίνησαν ὁ εὶς κατα-τέρου, ωσπερ θηρὰ, ανήμερα, ως λέοντες α βρυχοὐνται, ὁ εἷς τον αλλον ὰ χωρεῖ, ν μαδι συγκροτοὐντα .εσάσαν τὰ κονδάρια του να δώσουν κονδαρέας. Φλωριος εἶχεν ριζικον καιόπον επιδέξιος, 655

καὶ ' το σκο-άριν δέχεται σκαλκου την κονδαρέαν κι ἀποπατεῖ , ταῖς σκάλαις του, κρούει τον σινισκακον, ἔδωκέν τον εις τον λαιμον καὶ παραυτίκα κόπτει.

θανάσιμος καὶ δυνατη τον ἡ κονδαρεία,

59쪽

660 ἡμιθανης μεμετον - θεν ἁπλωμένος. κι ὁ Φλωρως ω ποντα ἐκεῖνον ξαπλωμένον,

665 σφογγίζει, δένει την πληρον, θελε - πολεμήσἴ, - δηθεν κὰν τον δεύτερον πόλεμον δι νικήση, - μην φανῆ - κατάκρισος ἀπο την πρώτην νίκην.πῶλιν καμψἀκευουσιν, γυμνονουσιν τὰ ξίφη, κρατουν καὶ χερροκονταρα καὶ σφικτοπολεμουσι.

670 μικρον θαρρων ὁ Φλώρως δέδει του κονδαρέα, ὀ ὶ τραπέζης κρούει τον σπαθέαν 'ς - σκουτάρικκι ὁ πολεμος ηυξάνετο, ἐπληθυνεν ἡ μάχη. η κόρη ἡ εἰ νενικη - εἶδε τουτον κρουσαι, ο, τραπέζης ὁ δεινος σπαθίαν 'ς - σκουτάρινJ675 -μω τι ενικηθη ὁ Φλωριος της - ης. Platauinora a κλίνει τα γόνατα προς πινν, τον θεον, λεου C. α θεὲ πατέρων, κύριε, πάνταρχε, παντοκράτωρ, παναπαθε, παμβασιλευ, παντάναξ, παντ-όπτα, μόνος πινώσκων τ' αληθὲς, την μηχανην του δολον 680 τι - εχω πταίσιμον ποσως, ους νωρίζω 'εμφάνισον - αληθὸς βοηθει μοι την ξένην, βοηθει τον ξένον ενουρον ὁ δι' εμένα πάσχει, δικαιοκρίτα ἀληθη- πάντων κυριεύων 'κ ὁ Φλώριος μαχόμενος μετατ επὶ τραπέζης,

685 ὁπότε μιαν ἐδέχετον, κρουν ἐκεῖνον πέντε. ταλαν του δίδει 'ς τον λαιμον που εἶχεν κονδαρέαν, καὶ παρευθυς εἰς ' αλπιον πίπτει νενεκρωμένος. γυργα πεζεύει ὁ Φλώριος, κοπτε την κεφαλην του, καὶ παρευθύς εκρότησαν οι πάντες καὶ φωνάων,690 πολλα σὰς επη μουσι του ξενου καβαλλάρου, - δια λόγγον λυτωσεν ἡ κόρη του θανάτου. κι ὁ βασιλεύς ἐκείτετον εμπρος - παραθύριν,

60쪽

κλαίων καὶ oδυρόμενος δῶ, τὸν σινισκακον, δωτι θάσεν -ριμον φίλον - διακόν του. κι ἀπο την θλίψιν τὴν πολ- εὶς - ἐνδότρι εἰ πινει. 695 εἰσέρχεται, καθέζεται μὰ τὴν βασίλισσάν του. θρηνων καὶ λαόγουν, χάνοw- πῶς υκ ἐθανατώθη ἡ κορη ἡ πονεξαίρετος αδίκως δίχ αἰτίας. καὶ ταμ η εμνενικὴ τὸν Φλώρων ἐλάλει κλίνει τὰ γνατα εἰς πιν μὲ δάκρ/γν τολλεγι 700 αὐθέντη μ' ἄνδρε μέν μου, ὁ Φλώρι- a ησουν, καὶ οὐ κορμιολτου ἀνδρωναθιαῖς, τὰς βλέπω εἰς Aiam

καὶ πάλιν εἰς τὴν θεωρῶ ν ὁμοιάζεις σὰν ἐκεῖνον--θεισα μα μου τε καὶ τον θάνατον φυροῖσαε- νὰ εἶπα ἐκ παντος, αλλος τινὰς ου ἔναι. 705 παρακαλω σε εχπενη καὶ μαλον ἀνδρειωμένε, 'ξέβαλε ἡ--si σου - δῶ, προσωπον σου, - - σαι - ὁ Φλωριος, Amsa ἐκεινον πασχω.'' συντόμως ταάνει ὁ Φλωρως τὴν κόρην - το χέριν ' θαρρω- ελπίζω ἀπὸ του νυν τίποτε μὴ φοβασαι. 710 ποῖ 'λπίς, εἰς ων καὶ πλάστην των ἁπάντων, ὁ λω των δευνάτων , καὶ των ἀπάλπισμένω κι δπο το χέριν τὴν κρατεῖ καὶ πάπει 'ς το παλάτι, - βασιλέα ἔλπιεν μετὰ τούς αρχοντά του'

εἰ βασιλέα μέγιστε καὶ των ἀνάκτων αναξ, 715 μηχανημένε, φθονερὸ ἀδικολογοπλοκε, φύλαττε το κοράσιον, ἐ- την παραείμ. δι' ἀπάπην τὴν εἰς Φλώριον ἐξακρήως τὴν κράτει, ἔτι ποθεῖ - Φλώρων καὶ κεῖνος ταύτη σφοδρα. κι οπόταν ἀρνηθη κανεὶς Οὐελων - βλέπειν 720

καὶ τὴν ζωήν του ἀρνηθῆ ia θάνατον θε σν, τότε θελησε ὁ Φλώρως τὴν κόρην ἀρνηθῆναι καὶ βλεπε την ἐσλαμην ἀντὶ στὴν οὐ λογίου.

κι - μισεύω, πέρχομαι, ει το Μοντόρων πάπω, - καταλέξω τὸ καθὸν οὐ vias σου, δι τὸ μάθη, 725- μων τὴν πόθεσιν τὴν αδικον, την πραξιν

SEARCH

MENU NAVIGATION