장음표시 사용
61쪽
καὶ συγχαρικια εμορφα μυρισχαριτωμένα.''740 εις δὲ πάλιν ταν Φλώριον νὰ στρέψωμεν τον λορον.στρέφεται 'ς το Μοντορων μὲ τολύποταπόν του, μέσον χαρας καὶ θλίμως ἡ κώτεται ὁ νοὐ του. o δάσκαλος κ ο αρχοντες καὶ φίλοι του Φλωρίου ἐπροίκησάν το - συμβὶμ γρεύουν το - μάθουν.745 λέγει του ὁ διασκαλος μετὰ πολλοὶτοὐ πόθου Φλώριε, πόθεν ερ σαι εἰπέ με ποθεν ησουν; ει -- πεμπτην σημερον ἡμέραν ἐν σὲ εἶδον.' 'κ ὁ Φλώριος οὐδάσκαλον φρόνιμα πηλογήθην ' εις περιβολιν εμορφον μυριοδενδρογεμμον,750 εις πη--οστ Maia , ει δρειαις βρυσίτωνδε
εις κάμπτους, εις παράπλαπμ ει δρεια βουνία,εις ἀρχοντίσσαις λενικαῶς, παράξεναι φουδούλαις καὶ πιαι --στομοῦμαι με αγμα κοράσια, εμον διὰ παραδιαβασμον - πρέπουσιν τους νέους.''755 κεῖνος γὰρ νόμιζεν, αλήθεια - του λεγε εχαρην ἡ καρδία του, σκίρτησεν μενῶ ς.
τάχα τε ' λέγει Ἀμέριμνος πάρχει δῶ την κορον ου ἔχει πλεον ἐνθύμησιν δῶ την πλατ αφλώρη. καὶ ἄριστον πολυτάλδ ευθος παρετοιμάζει,760 τάχα διὰ τον Φλώριον ἀλλήλως δι τρυφήσουν,
62쪽
ψωνὶν τρυφῆσαι Ου βούλομαι ὁρεξις ουδεν q. θέλω μικραν ἀνάπαυσιν του σώματος α δώσω. ανεσιν em καὶ χαραν πολλην εις την φυχήν μου 765 διὰ κορην την πανευγε , λέγω την Πλατ αφλώρην δῶ κείνην ζῶ καὶ προπατα ἄλλην χαραν ου θέλω, σώνει καὶ περισσεύει με ὁ πόθος της ραίας, ὁ πόθος της ἐρωτικῆς κόρης της Πλατp- ρας J et νει 'ς Ma κλίνην μόνος του - ναπαυθη καμπόσφ. 770βούλεται ὁ αὐθέντης του τόπου βουλὴν τοιαύτην, ὁ δού θωρεῖ την γνώμην του βούλεται δι' κεῖνον,διδει τον γνώμη και βουλή εὐρίσκει δυο κοράσια, εὐγενικαῖς ἀπο γενεὰν ησαν, ἐξηρημέναις. γε ὁ δουκας εἰς αὐτας τὰς λωγεννημένας 775 Hetroia τον κάμη νὰ χαρη τον Φλώριον,' τα λέγει, - ἀπ την θλίψιν εἰς χαρδιν στραφηναι τὴν καρδίαν,ορκον της κάμνω φανερὰ, ανδρα της τον δώσω 'ν κόραις ἀποκρίνονται λόγον οὐδοῖκαν ούτως ' τοπάρχα γης, αὐθέντη μα και συνοικητορά -ς, 780 τόσον πολύν διαβασμον κα τόσην ἀσχαλῆσιν καὶ τόσην τέρφιν καὶ χαρὰν να δείξωμεν εἰς αυτον, νεκρος αν τον ἄψυχος, - π ἐμψυχωμένος,
καὶ - σταθῆ και - χαρῆ καὶ - σθη ἡ σή του,
- λησμονησχνο Φλώριος την κόρην Πλατ αφλώρη
φλάνωνται, στολίζονται, ως επρεπεν, ἀξίως, λιθαρομαργαριταρα στολαῖς πιλα μεναις,
ἔμορφα χρυσιοκόσμητα βάνουσιν φορεσίαις, 790
και λάμπουν, τον ήλιον καὶ πέμπουσιν ἀκτινες. τὰ -- των προσώπων των δι φαίνονται, μηλα,
63쪽
4 χείλη κοκκινοβαφα, δι καίουν ἐκ την φλόγα. 7s σμίπουν η δυο απέρ νται μέσα ει το παλάτι. στέκουν ἀντίκρυς, βλέπουν τον ἡ κάθεται θλιμμένος, θορυβουμένος at θρηνεῖ, τὰ μάτια του νὰ τρέχουν στέκουνται, συμβουλεύονται, θαυμάζουσιν - γα μα. καὶ μιδι της ἄλλης ελοεν βλέπεις τον νέον τουτονί 800 διὰ σαλν πάσχει κἀ πονεῖ, δι' a πην τυραννεῖται. καὶ - λον καλλωπιεπρεπε δι χαίρεται ὁ νέος, μὰ της χαρας το ἐνηδονον την λυναν ἁ σβεννύη. κωσου φίλησε ἐμεν, την φλυγα σου νὰ σβύσης, σηκώσου, ἀναπλάκησε κοράσια παρθένα, 805 σηκώσου, γλυκοφίλησε των ερωτων παιδία. ημῶς δῶ, πόθον σου πολύν πταμεν εἰς ἐσενα.
- κάλλος των προσώπων των - ἔκλαμπρον των στηθος, Ἀραῖα τὰ τραχηλια τους καὶ ποδα των χιον ους
χων καὶ γάλα κω χαρτὶ ἀντικοντοὐν οι πόδες)810 αναίσχυντα τὰ δε νασιν - κεντρωμνεις ἀπάπην. ἐκείναις τον ἐλώνασιν λόγια δι- νάπης, ελεγον μέλα, Φλώριε, καὶ τρύφησον του κάλλους την δονην, τον γλυκασμόν ρῖψλτην τὴν θλίψιν, καὶ γλυκοπεριλάμπαπε κοράσια, τὰ βλέπεις,815 er τινες χρ νζεις εὐταῖς δυλ ἔναι 'ς τον ὁρισμον σου. παρθέναι κόραις μεσθεν, πάμαις δίχα δόλου. ωριε, σήκα, φίλησε τὰ κόκκινά - χείλη.''
820 μερίμνα η καρδία του ον πόθον της ραίας, ποῦ α
νειρμα μένης τον ψον ὁ νους του in θυμεῖται. α - - βλέμμαν οὐδεν ἐσηκονεν, μίαν ' ἀντρανίση, λωγον - τὰ χείλη του κἀμμία - επάρη. μέσον του στήθους - κρατεῖ τὰ χέρια του σφικτάκις,
825 - χει - βλέμμα χαμηλὰ να μεριμνῆ ἡ φυχή του.
ἁδαν, καταμάθασιν την γνώμην του τελείως, καὶ μῶ, προς ἄλλην, νεν -- θλιμμένα μάτια
64쪽
τον ποθον ἐνθυμούμενος κόρης της Πλατ α λώρης 845ἔδε ζημὰ καὶ συμφορὰ ne θλίψη μπιάλη,
διὰ ποθον κόρης ὐχ et ὁ Φλώριος ἐκ τον κόσμον.κι ὰν θέλη - ναι ζωντα ς καὶ θέλη - τον ἔχης, κι ὰν ἀπαπας τον Φλώρων καὶ θέλης τοίνυν - ναι, πέμφε την κόρην σύντομα - ἔνω μετὰ τουτον, 850- τὴν θωρη, - χαίρεται καὶ θλιφιν - μην era.
ει πίστιν -- σέβομαι, ου ψεύδομαί σε - .aλλον τίποτε μέριμναν - σχει -δὸ πάσχει.η ἐνθύμησις, ο πόθος του, - άπη του τόση,
ὁ πόθος του 'ναι της ἄρια κόρης της Πλατ αφλώρας.Vυ βασιλεύς βουλεύεται κακην βουλὴν μεγάλην, πικρότατην, δυνηρὰν, --δειξεν το τέλος. ἀκουσας ταμ ὁ βασιλεύς της βασιλίσσης λέγει βασίλισσα βασιλισσων, δέσπom των --ίνων. 860 ἀποκρισιάρης μνωσεν ῆλθεν - - Μοντόρων.
65쪽
o χαρτὶν σπέστειλεν ὁ κατὰ του Φλωρίου, χαρτὶ να et η' ληπορα ἐκεῖ ἡ Πλατ αφλώρα, - λαπινα εις ἀσθένειαν ἐμπέση διὰ τὴν κόρον, 865 θυμούμενος τὴν θλίψιν της, τὴν πανάκτησίν της,
τον περοασμον, τὴν συμφορὰν, την θλ ιν τὴν πικρίαν. -υ πόθου - ερωτικον, - ἐρωτοσύ σόν της μαραίνει την καρδίαν του φλοίζει τον υἱον ας.
εἰπὲ - τί σε φαίνεται τί λέγεις νὰ τὴν ποίσω ;870 -υ δού- τὰ μηνύματα θλίβουν τον λανισμόν μου. - μήνυμα καὶ συμφορὰν ἐκαταμάρανάν μετονἈσνισμον καὶ τὴν καρδῶν ἔλας μου τὰς αισθησεις.
ἁν ου ἐποίσω εκδίκησιν εἰς αὐτὸν - πιτύι,875 ει το κεφαλι μου ποτὲ στέμμα is μὴ φορέσω,
μηδὲ εἰς τὰ βασίλεια διάδημα ιδ MMO,
απο τον κοσμον - πιθω, πλέα - μηδεν OM.'' καὶ πάλιν βουλή κεν βουλὴν πολλὰ μεγάλην - κόφη τὸ κεφάλιν της καὶ ia την θανατω . 880 δμως Ουκ εἰσενέπεσεν εἰς την βουλὴν εκείνηνὴ δέσποινα οὐδὲ ποσως, ἔτι νὰ - θύλων. μείζουν, συμβουλεύσαι μὲ τὴν βασίλισσάν του 'κάλλων μὴ φόνου et πόθεσις - γένη ς το κρομύι,
885 πρ ηματευτάδες ἄρχοντες εἶναι ἀπ αλλην χώραν, E ei ἀπ' ἄλλην την καὶ θάλασσαν καὶ ξενοτάτους τοπους Σαώαυτούς a τὴν πουλήσωμεν κι αὐτοὶ - την επάρουν, εἰς ξένους σπους α λαχοῖ - ξενωθη φουδομα, να ξενωθη καὶ νὰ χαμ εἰς τώπους ξενοτάτους,890 καὶ μάχην πλεον μην πωμεν καὶ ἀλίψιν δι ἐκείνην. ἀκουσας ταμ ὁ βασιλεύς παρὰ της βασιλίσσης χαρὰν ἐχάρην θαυμαστην χαρὰν πολλην μνάλην. καὶ ταυτα λοει ὁ βασιλεύς 'καλην βουλην ἐδῶκες, κάλλιο νὰ τὴν πουλήσωμεν την κόρην πλατραμωραν 895 πραγματευτάδε ξενικούς ἀπ' ἄλλην την καὶ χώραν.
66쪽
κρυφως, ἀγνώστως ἁπιγενῆ η πουλησι της κόρης,
- λάβωμεν κατάκρισιν ἀπ τους μεγιστάνους κ iam τους συνοικητορας, λεγω τούς - ντῶ με-
οτι κρυφὰ κι ἀπόκρυφα γένη ἡ που σιά μας, νὰ μην το μάθη ὁ Φλωριος κ ἀμποδιστη το mare 900 καὶ - νυα ὁ βασιλευς δύο φρονίμους στελλει,εις τον γιαλῶν τους εστείλεν τάχατες, μεσίτας,
ῶς φρόνιμους καὶ τακτικούς, κρυφα in το διορθώσουν. πάλιν την κόρην ἴρηκα θρηνηματα καὶ λύπαις, καὶ χωρισμὸς καὶ δάκρυα καὶ στεναπμοὶ μεγαλοι. 905 Ἀμπεδε τον αἰγιαλον, σπου 'ναι τὰ καράβια, γυρέψετε καὶ μάθετε πλουσιούς πραγματευτάἀελαρχοντας λέγω δυνατούς ἀπὸ μακρόθεν τόπους, σπολ'χουν περισσεύοντα ἀσήμιν καὶ χρυσάφιν, λιθαρομαργίταρον, πράγματα τι μενα, 10 - του πουλήσω 'ξαίρετον κοράσι τι μενον, -οὐ καμμιαν ου φάνηκ' εὐμορφότερα εἰς κόσμον,4
καμμιαν ους εννηθηκεν εις κάλλος Α μείνην,εις κάλλος και εἰς θεωρῶν καὶ εις εμνοστοσυνη. καβαλλικεύO- αρχοντες, πάγουν - γυρεύουν, 16ὐπάτουν 'ς τον παμὸν, που 'ναι ὁ λιμένας. ευρισκουσιν του ἄρχοντας, κάθονται κατ' ἀξίανεις παραρο ιν εμνοστον, εἰς παραδιαβασμόν τους, καὶ χαιρετοῖσιν φρόνιμα, σὰν επρεπεν, ἀξίως. ρουσιν προς τους αρχοντας, προς του πρων τευτάεες 920
Θουλτάνος ρογας ἀμηρὰς μηνεῖ προς εὐγενείαWεσας πω του ἄρχοντας, νὰ θητε , παλάτι, πωλεῖ σας μια εξαίρετον ἄραιωμένην κόρην, a 'ρην σπερ Οὐήλιον, λαμπρηνῶς το φατνάριν, ' παρισσο - λυκη, ασπρην σπερ τοὐμων 925 παρθένος, κόρη καθαρη, να πρεπη βασιλείας.
67쪽
κι ὰν θελετε την πρων τῶν νωποίσετε της κορος, πλουτον πολυν - κάμπε διάφορον, μομον λωγια τὰ συντ ασιν οἱ ἄρχ'ντες ἀλληλους 930 1 4 μετὰ ταυτ επηράν τους κ' υπαν εἰς το παλμώ καὶ εἷς ἀπο -- αρχοντας, ἐκ του πρωνματευτάεροῖ, στέκε Ῥεις ' τους πόδας του, αυτούς ἀπηλογηθην' ἀρέσει - φ ari τὰ αὐτην τὴν ἐπαινεῖτε, ἁν ῆναι ἄσαν λέγετε- ῶλιν τοί γαστε. 935 πλην πρωτον ὰ την ἴδωμεν θέλομεν την ραίαν.
κι ὁ βασιλεύς ἐδέχθην του μετὰ τιμῆς μεγάλης.
940 καλως η θατε, - ντες ' λεγει et armατευτάδες.'' καλως ' την βασιλείαν σου 'ρουσιν παλιγκεῖνοι. κι ὁ βασίλευς εχείρησεν, τοιαμα -- ελάλει' ἐχω κοράσιον εμορφον θέλω νὰ σας πουλήσω 'λόγουν καὶ κεῖνοι ' θέλομεν - - γα ματευτοὐμεν.
945 μαργαριτάριν δίδομεν, πυ-φιν καὶ λιθάριν
μόνον α 'ναι παράξενος ἡ κόρη, ως επαινέ ν.'' καὶ παρευθος ὁ βασιλευς ορίζει τὰς μηνίτως ' ἀμμε καὶ στολίζετε την κόρην Πλατ αφλωραν εἰ νενικην την πεσιαν μσα λιθομαργάρων. 960 a εὐπρεπίση ἀμορφον - κάλλος του προσώπου, ετ εφθασεν ἡ λύπη της ῆλθεν ἐκ το Μοντόριον. ὁ Φλώριος ὐπεσωσεν, λθεν εἰς το παλάτι, ὀρέγεται - την δη καὶ πέτε την νὰ ελθη
καὶ παρευθύς στολιζεται σνένω ἡ φουδομα, 955 γάλλετο καὶ χαίρετον, σκίρταν ἡ ψυχήν της.
εφάνηκεν την λυγερην ἀληθειαν την λ ουν, λάμπει - σεληνη την αὐγην - ηλως την μεραν, - ἄστρον το μεσάνυκτον - καλλος της ραί- 'μ λιος ἀντέφρογεν μέσον εἰς το παλμιν,
960 - κρύσταλλον ἀντέφεγγεν της κόρης το τραχήλι.
68쪽
βλέπων, θωρουν - - N, θαυμάζουν, ἀπωροῶσι τὴν συνθεσιν, την θεωρῶν, - μάρσον κι- ῶον. καὶ πλουτον δίδουν ἄμετρον, ου βλέπουσιν - προ - τριάντα μου -- εδωκαν μάλαμαι καὶ χρυσάων, χαι--Ουτάρια ξαίρετα χρυσιτ ορ--μώ-, 965arro , γεράκεα et σερπνα, -οντάρια μερωμώκ ζαπάρια καὶ ξυπτέρια ετ μοδε το κυν ν κολων πειν λοχρυσην, μάτην τὸ λιθάρια εμορ Ἐπον πάι 'ερπμη - πρέπω βασίλέα. δίδουν κεῖνοι παρ-- τον βασίλM, arma s70κ ἐπαραλάβων παρευθυς το ξενημένον καλλος. στέκεται, βλέπει, θεωρῶ την ποῖ σῶν η κόρη, πωτει 'ς την πιν νεκρόνεται, - ράσσεται κτην λύπη .J τρέμει - φύλλον του δενυμ, μανι φῶς καλάμιν, θρηναται θρηνον αμετρον, καρδιοδοστομαται. 76 τρέχουν - μάτια δε ερα, τὰ δάκρυα - ποτάμών. λόγους θλιμμένους πρωτο δῶ παράπονόν της. λόπια παρωπόνεσης λεγει ἡ Πλατ αε ρα προσθεν εἰς τοὐβασίλεα καὶ εἰς την βασίλισσαν ' πάλιν ' ἐμέν--φτασεν της - ως ή μῶρα. 980 καταδίκη μου 'γένσο χειρότερον της πρώτης. πρῶτον καμίνου συμφορὰ μόνων το σωμα κάμ, κ' ἐδὰ καμίνου λογισμος νὰ λέγει καὶ τους δύο, να λέγει σωμα καὶ φυρον, - φλέγει τὰς αἰσθήσεις. ωσπερ να ζω, να περπατω - μαι πώτα θλιμμένη. s85 πρωτον ψυχην ἐχώρισα μονον ἀπο το σῶμα μντης πυρὰς την συμφορὰν, μὲ της ἱστιαμ τον καύσων. -- καὶ νυν τε μὲ χωρίζουσιν ἐκ τον ἐμον - πόθον, ωην - ω ἐπώδυνον πάντοτε πονεμένη. --- μέραν θλίβομω, ποτὲ χαρὰν νὰ - . - 990το τρώγω - , οδυνηρον, - πίνω - να πόνοι, δεῖπνος δι δεναι συμφορὰ, δύνη - μὸ σφάζη, ποτὲ - in ἀνάπαυσιν, ἀλλὰ πικριδευς ιι α κ.
69쪽
του τριχαριου του ρωτικου θρηνῆται, συκ υπομένει.
70쪽
θρηνουν, κλαίουν, δυροντα , πονουσιν την καρδίων.
κλαίου --- οἱ αρχοντες καὶ οἱ προηματευτάδες. καὶ παρευθος ὁ βασιλευς λέγει et ara τε am, 1030 ἐπάρσέ-ην σύντομα την κορον ἀπο μένα καὶ - την χώραν την μην σύρετε μην ἀργεῖτε.''πα νουν την κόρην παρενθυς, πλουνδε τον λιμένα,ευρίσκουν καὶ καράβια σύντομα και παροίνουν. μέσα σεβαίνουν την πών, παπαίνουν καὶ μι--- 1035θωρουν' καλος το λαμπρον της κόρης καὶ θαυμά υν, βλεπουν καὶ ἀμετάθετον της λύπης της της τόσης. Λοιπον τα περὶ Φλώριον πάλιν ἁ προειποῖμεν. ἔλειπεν μὲ τους ἄποντας, φυν εἰς το κυνηπινεκεῖ εἰς το Μοντόριον, καὶ σύντομα εφθάνει 1040 στρέφεται, βλέπει θολερον πάλιν το δακτυλaιν,
κλαίει θρηναται, σφάζεται, πομνην - εχει, πίπτει εις ν νεκρόνεται αναίσθητος καθολου. πα-νουν νερον ραντίζουν τοπι συνέφερεν ολύγον.
καβα λικεύει σύντομα, φθάνει εἰς τὰ δικά του. 1045ευρίσκει τον πατέρα του μετὰ καὶ της μητρός του λείπει εὐ- παλάτι του ἡ κόρη Πλατ αφλώρα. μανθάνει ταυτ ο Φλώριος, θλίβεται την καρδίαν, θρηνεῖται πόνους αμετρους, πονεῖ την ἄραιωμένην. γε καὶ ἀποκρίνεται πρὸς τον μοὐ πατέρα, 1050 φιλονεικιαῖς ἀπὸ φυχῆς λεγε τον βασιλέα Ρ πατήρ μου, πρὼξιν εποικες εἰς κόρην Πλατ αφλωραν,
ὁ τι ποτε Oυκ κουσται ἄλλος τινὰς α πράξη. πρωτον θέλησε πυρὶ τῶ - την πυρπολησης
ὐπάρχουσα ἀναίτιος καθόλου δίχα δόλου, 1055
δι επιβουλίαν δικον με τον επὶ τραπεζης. καὶ κατεσκεύασε εσύ με φθόνον καὶ με κάκην.
διατὶ εἶχα πόθον εἰς αὐτην ἀπ λης μου καρδίας, ἔβαλες γνώμην καὶ βουλην να μὲ χωρίσης - να μὸ χωρίσης την ἄριὰν κόρην την Πλατ αμώρα 1060
δεύτερον et ἁξιν εποικε νυν τε εἰς την ἄραίαν, - την χωρίσνς ἀπ μέν - ποῖον να μη εναι,
