The history of Apollonius: according to the Latin original

발행: 연대 미상

분량: 242페이지

출처: archive.org

분류: 미분류

71쪽

ῶς δουλην, - κακοπραον ξειω- νὰ τὴν που, m. 1065 τον κοσμον ολον βουλομαι θέλω ὰ την γυρεύσω, ' δες ἀμπάδες τε πασαν Σαρακηνίαν, χώρως καὶ τόπους αδηλους, νύκτας ad τας μέρας, ω- ελθεῖν - πεθυμω ἄστε νωτο κερδίσω. εἰ δ' -- -- ουχ επω την κόρην Πλατ α λώρα,107 πλέον ἐδωδεν ερχομαι, πλέον οὐδεν γυρίζω. ατός μου με - χέρια μου νὰ σφάξω ο κορμί μου,-- θω τός μου, - χαμ δια της κόρης πόθον.κ ἐσυ την βασιλείαν σου μόνος σου κέρδισέ την, μόνος σου σε, σκίρτησε, μόνος σου παλλιάσου. 1075 καὶ - να ζωδε τὴν ξενιτειὰν σαν ἀστοχημένος, πόνους καὶ ἀναστενωμούς καὶ δάκρυα να ἔχω, καὶ παραπόνεσε πολλαί - , ' την ξενιτείαν,

- μ ευρη καὶ ὁ θάνατος εἰς τὰ ἀλλότρια ξένα.

πατηρ μου καὶ J αὐθέντη μου - τά- των αὐθέντων, 1080 τουτο θέλησες εμεν, αὐθέντη, α το πράξης, μὲ την βουλην την εποικες , το θέλημα το ποῖκες, ἐχάσε και - ενα σου ἔχασε καὶ το αλλον '

ὁ δε πατηρ θλιβόμενος ούτω - - θην Γεύχεται καὶ ὐπεύχεται πατέρας ὁ Φλωρίου, The rine 1085 ὸ δάκρυα κα4 μ βρουχισμοῖς λέγει προ τον υἱόν τουδ et in ton in

βευρο, υἱὲ παμφίλτατε, ακουσον της φωνης μου, Iatalanora, υιέ μου, τον πανάθλιον, τον ταπεινον, υιέ μου,

υιέ μου, τον ἐτύχησεν της - ιας ἡ μοῖρα,υιέ μου, τον μαύρωσεν οδυνηρος ὁ χρόνος 1090 στέμμα βακτίλικώτατον ἐνόμιζον, υιέ μου,νὰ σὲ τιμήσουν αξιον 'μεμ μ ιστανοι, εις θρόνον ἡ καθέζεσαι βασίλικον, υἱέ μου,νὰ προσκυν αὐλω παντος, πτωχων τε καὶ πλουσίων. υἱέ μου, το πωδάκι μου, γλυκώτατόν μου τέκνον,1095 ταν εἰς οἴκους τοὐς 4- - εἰς τὰ ἐμὰ παλάτια μήτηρ αυτὴν ἐγέννησεν κόρην την πλατύι μώρανά mi σχισον καὶ διχασον κάτου εἰς μην, κάτων,νὰ εἶχα πέση ζωντανος παρὰ να ζω, - λείπω,

72쪽

εις ξένους τοπους αδηλους, εις αρχοντας πλουσίους.

τούς - οὐ πιμα τους καὶτοὐς κακούς μὴ θλίβνακι -- της ταπεινότητος αὐ- νὰ χης φίλους. τούς βασιλεῖς βασίλικὰ ἀνταμοιβιις πολέμα, 1110 τους - ντα - αρχοντας πλουσιούς - ἔν το πρων. τὴν συντροφιάν σου πόθει την. ποτὲ τινὰν μὴ θλανς

α σου ἔχε σύμμετρα καὶ βλάβην ia in lam. κενοδοξίαν μὴ ποθει μηδὲ μαζονείαν,

μι ro λούς ἀπώλεσεν - μαγνικον --. 1115 σιγὰ προπάτει ταπεινὰ καὶ παρωτω τὴν δόξαν.κ ἁν ἔλθη ξενοδόχημα, via, ' τὴν ξενιτείαν, μὴ θέλης καὶ ὐ φαίνεσαι, τίνος καὶ ποθεν εἶσαι 'ia θέλης μαρσει πολλαῖς καὶ παρ σιαῖς - αις. φθόνον κεὐ λον φέρνει σου, υἱὲ το μεγαλεῖαν. 1120 θέλε μικρὰς ἀναδοχὰς - μ- σν νωρίζων,

μι εδσαι μαλεως AH στέμμαν αναμνει, ἔτι πώλλάκις ἔσω - πιάδες των μεγιστάνων. μ' ἀτω προαίρεσεως ἀποδοχὴν σὲ κάμουν, βλέπε ἀπο τοὐς αρχοντα ς, παιεία μεγιστάνων. 1125εις θάνατον ἐδέκτησαν δῶ του φθόνου τρόπον. καὶ ἡ πολλὴν ανταμοιβην χάρισε προ εκείνους. ἐκεῖνο οπου ει τιμα, υ δε τὴν ξενιτείαν, ἔχει προαίρεσιν καλην πάντας ' τούς ξενοδόχους,

73쪽

ἔχε ταπείνωσιν καλή, υἱέ μου, εἰς τούς πάντας. τοὐς ξένους -- ἀπά- τως - δορυφόρον --.1160 τούς πάντως προχαιρέτιζε μετὰ περιχαρεί--ει δε τις δωρον ει εσὸν πρωτητερον χαρίση, στεῖλέ του ἡ διπλωτερον καὶ νω εὐχαριστρο '' κἀλων τον χάρισεν ἀτίμητον - μέγαν, alio oves κι εμνάζει δακτυλίδιον μυτίμητον λιθάριν multour 1165 κι ὁ λίθος εἶχεν χάριται, - θάνατον - π' tum distat. εἴτις γὰρ εἰς το δάκτυλον ἐφόρειν - λιθάραν, τον θάνατον, - ουδὲν, μυρο παραυτία

74쪽

παίρνει το δακτύλιδιον, γένει το ατός του, καὶ λώνει του. ἡ μήτηρ του Ἀξακριβως το κράτεω 'κι στε ιδ εχὴς μετὰ σὲ, τουτο - δακτυλίδι, 1170 ποτὲ θανάτου συμφορὰν ποτὲ μὴν ἀποθάρος, ουδε ἱστῶ ν Οὐδὲ νωδ, ἀλλ' οὐδὲ ἀπὸ ξίφη. ἡ φύσις γαρ του λιθαριου πόλλ' - 'ς μάρχει. ἐνέργεια εχει ἐκ τοὐθεον, τῶν θάνατον διώκει. κι οπόταν ἔλ' εἰς σὲ φόβος θανάτου, υἱέ μου, 1176

κράτει το εἰς τὰς χεῖράς σου τίποτε μην φοβασακυτ προ σβεννυε παρευθυς καὶ θρυβουνται τὰ ξίφη, καὶ τὰ νερὰ σκορπίζουνται κιχυ δυναται σε βλάψο-.''ουτως εἰπων ἡ μάν του δAει του την, τὶν της. τον κυριν καὶ την μάναν του ἀπεχαιρέτισέν --. 180κ ακουσον λόγους φρόνιμυς καὶ τεταπεινωμένους,

τους εἶπεν προς Ους αρχοντας ἀκουει- ο πατηρ του,

λόγια φρονιμωτατα ὁ βασιλεύς ἀκούει, τὰ συντυχεν ο Φλώριος ἐμπρος ' τους αρχοντέ του ' αρχοντες συνοικήτορες καὶ συνανατροφοί μου, 1185 εἴ τις εἰς τοι κακώσεις μου, τὰ ηφερεν η μοῖραν, εἴ τις εῖν ουτω πρόθυμος νὰ ἔλθη μετὰ μέν

η ἔξη μῆνας Γ δυναται δε χρόνον διαβάση,

οπ ἀπαπα καὶ προθυμεῖ, ἁ μὲ συνδράμη τώρα. M a δωσαν παντοκράτορας καὶ ἀρωμεν την κόρην, a1903 ν να δῶ, τέλειον της ἀσυστάτου τύχης, κιχν επιτύχω καὶ επω την κόρην καὶ στραφουμεν,να προπατηστ ο μονισμος το αδικον της μοίρας, ιδ την ἐπάρω να στραφῶ, ' τα ἴδια - ελθουμεν,νὰ του διπλάσω την ἀρχην, την εἶχεν, καὶ την δόξαν a195. ει δ' ἀστοχήσω, - πω την κόρην την ἄγων, την κόρην την αμπην μου, ὁπον, ὁ νους μου μέσα, ολοι στρα τε ς' ἴδια - , ολοι 'ς τὰ γονικά σας,κ inis ἀφητε μοναρον, δι κλαί - τα ξένα, ως ἀτυχης να περπατήτης - ιας τὰ μέρη, 1200Oσον να- πη ὁ θάνατος, νὰ πέσω , ἀτυχίαν, - ναι ζωη καὶ θάνατος οὐ δυστυχημένα.''

75쪽

καὶ θλιβερὰ λυπητικὰ, μὰ δάκρυα καὶ πώους

καὶ στενων ὐ μπληρωτους, ἀποχαιρέτισάν τους.

1210 'Eμίσευσεν ὁ Φλώριος ἀπο - γονικά του πολλὰ θλιμμένα σοβαρα, την κόρην - πρε- ευγαίνει , ἀναπυρευμον της κουρης Πλατ αφλώρης.

-- τρεῖς περιπατουν, δραν ξενοδοχεῖον. ξενοδοχεῖον ηοραπιν, θέλουν ἁ ναπαυθοῖσιν, 121 καὶ το πουρνον is πηαίνουσιν πάλιν εἰς τὴν δουλειάν τους. τον ξενοδο ν εἴπασιν νὰ τους ξεναπησχ', in ὁ ξενοδόχ' παρευθυς οὐδεῖπνον ευτρεπίζει. τί τὰ πολλὰ πολυλογω καθίζουν εις τον δεῖπνον,

in ὁ Φλωριος ἐκάθεσον καὶ λάμπει - - φωνος,1220 - πρώω ν του κλειεωτον δε νε μὰν θλιμμένος, ἀλλα της φύσης το λαμπρον πάλιν νικα την θλίψιν. eme ἡ ξενοδθισσα, θωρῶ τον εἰς τὰ μάτια,

βλέπει το καλος το λαμπρον, το ἐξαίρετον ἄραῖον, και σου υμιάζει την μορφην μετὰ της Πλατ α λώρης.1225 θαυμάζει την ὁπόθεσιν και ἀπορῶ το προ μα. ἐντρέπεται ν,του ειπῆ κόπτει την ἡ φροντίδα αποτο - καὶ λέγει τοπι δν εναι θέλημά σου,

κι ὁ Φλώριος την με νεν - εἰπέ με, εἴ τι θέλεις '' 1230 ἡ ξενοδόχισσα λαλεῖ τον Φλώριον μαντά μ' ἀπαλλιουται 'υχη, νὰ μάθη δὰ τὴν κόρην. λέγει τοὐφει δόχισσα ' ἔν τώρα δέκαχμέραις, 1246 εδῶ εξενοδοχήσαμεν την κόρην Πλατ αφλώραν.

- ταύτην ησαν - ντες, πλούσιοι προ ματευτάεες. εις - οὐ καὶ Γεις θεωρῶ ολ- εις σεν ομιάζει '1235 το πρόσω ν σου - πυσον της κόρης ὀμιάζει ἀκού- -- ὁ Φλώριος, σπαράσσετ η καρδιά του '

The depin

76쪽

1246 1260

λιποθυμεῖ, λιγοψυχεῖ, - μά-- τὴν κουρην.

'r με τὸ φως των --τιῶν, κυρὰ τῶν ικων μου, πότε τὰ φυλλα της καρδιας καὶ τὸν νασα κόν μου,

πότε την κουρον τὴν ποθω καὶ τὴν ἀναπυρεύω, 1240

in ὁ ξενοδόρος παρωθος ταν Φλώριον ελα ι' Φλώρια - την πίστιν με ἀληθειαν σὲ λέγει. δέκα ἡμέραις σημερον πιστω-- - ηνα - νω θλιμμένη περισσὰ νωμένη πονεμένη, νὰ λαψ καὶ τὰ δάκρυά ρος τρέχουν - ποτάμι, κι ἀναστενάζη ἀπο φυχης καὶ - θυμαται σένα, καὶ in στριηπίζη ἀπο καρειας, δι πη Ἀνομά σου. πλὴν της Αἰγύπτου ἐπέρωσεν, λων διὰ θαλάσσης.''

ἀκουσας ταυτ o Φλωριος μικρον παρηγορατα ,

καὶ δωρον μετὰ προθυμια δίδει τον ξενοδου λωνάριν αργυρωτο ν κι ἐπάνω χρυσωμένον, καὶ φορε αν' ενι ν, ἀωρεστα - λάτα, καὶ παρενθυς ἐσέβησαν, πασιν - τα καράβια. 1256' ι ψεν ὁ Φλώριος μὲ τὴν ποταγην του,νὰ προπατουν την θαλασσαν, την νη-τον - φθάσουν. πέντε μέραις aχασιν μέσα εις τὰ καράβια, καὶ πληρωμ των ἡμερον ' την γ' rτων --σαν,

καὶ τὰ φαριά τους ἔ- αν μέσα ἐκ τὰ καράβια. 1260

καβα λικεύει ὁ Φλωριος μυλους τους ἀδικούς του, καὶ μι- μέρω διάστημαν ηὐραν ξεναπεῖον του ξενοδόχου Ἀνομα λώγουσιν Πέλεσκύτακαὶ χαιρετα καὶ λέγει τον ' καλον τον ξενα- .' καὶ κεῖνος ἀποκρίνεται καὶ λέγει προς ἐκεῖνον 1265 ' καλως ἡ θες, αυθέντη μου ξένε, τον - γνωρίζω.'' λέγει -- ελασιν ἐδω ξένοι πραπματευτάδες, - ἔχουν καὶ κοράσιον με αύτους ἄραιωμένον; πάλι αύτου ἀπεκρίθηκεν αὐτον ὁ ξενοδόχος Via την μηθειαν, κυρις μου, ω νικέ, αὐθέν', 1270 δέκα ἡμέραις σημερον - πλεον πιστεύω - ναι,

77쪽

ευθύς Μωχαιρσισαν καὶ την δον λώπουν. Φθάνουν την κλεξάνδρειαν, λίπον ανασάνουν, καὶ πελιν ἀπεσώσασιν εἰς χώραν Βαβυλωνος, -- σαν τὰ παλάτια αδ-του βασιλέως.

1290 τὸν ξενοδόχον ἐρωτε να μάθη διὰ την κορην' ' μὴ in ἐξενοδόχησε ἐδωθει κορασία,

κ ὁσον λογάριν εδωκαν, o ν ετρίπλασάν - ως πειτεν τον ἀμπαν το κάλλος της παίας. εἰς ἔνα πύργον, λὰν εβαλεν το κυάσων. ὁ πύργος εναι δυνατος, ν/ρωθεν Ἀει, κάστρον,

1300 ἔχει καὶ καστροφύλακα, μὲ προσοχην να βλέπη' me καὶ βώνιαις μορφαις της κόρης συνοδίας, καὶ ἀρχοντοπουλα πολλὰ δὰ παραδῶμεις της ' μανθάνει αὐτ ὀ Φλώρως. N - την λύπην πάλιν συμφερνει, ἀποκρατεῖ, στερε- τον λογισμόν του. 1305 καὶ δωρ π ύσια πολλὰ διδει τον ξενοδοχον,

δυο μαύρους συντομώτατο- νὰ πέτουν αος -

78쪽

εὐχαριστῶ τον Φλώρων μαλλον καὶ προσκυνεῖ τον. ὁ Φλώριος τον, γεν ευθυς τον ξενοδόχομ ' αν εχης ποθον εις εμεν καὶ καθαρην φίλιαν, πραξιν is ποώπης τίπους, την κορον να συντυχω, 1316- δώσης λόγον καὶ βουλὴν το πῶς να δῶ την κορον, πῶς ν ἀντρανίσω την ροὰν η πῶς is την συντυχω κι- ξενοδο ' παρευθύς ουτως ἀπι- λογεῖται εα φυν ἀπο λόγου μου την κορον δια να γενη,

σοιμος εἶμι δομός σου θέλω - σὲ δουλευσω. 1320 η ἀπορῶ, ου δύναμαι - τί βουλη νὰ δώσω.

καὶ μήτε ξένον μη ἐδικον την συμβουλην θαρρέσης, μήπως καὶ μάθη ὁ ἀμηρας καὶ μὲν κακοδικη 'καὶ ζημιωθῶ καὶ την ψυχὴν ἔχω καὶ ατιμία. 1326

μάθε λοιπον το φηλωμαν το πως ἐστὶν του πυργου καὶ πως τον ἐσυνείργησεν μεῖνος ὁ τεχνίτης. 4φος αν ἀνέβασεν οργυίας πενήντα, το πλάτος γὰρ --σωθεν τριάκοντα οργυίας, το πάχος του τοιχίου του o υίαις εἶναι δέκα. 1330 εμορφος ενι εξαίρετος λάμπει ἀπο μακρόθεν, κ' οἱ προμαχῶνες ροφωθεν με την πυσην την Φηφαν- καὶ καθιστα πανωπφους χρυσοὐς γυάλοφρονίτας,

καὶ ἀπο μέσα στοριστα λαβούριν καὶ χρυσάφιν μὲ τὰς καμάρας - πυσας, μὲ ἀργυρας κανδηλας, 1336

καὶ πασαν νυκταν βλέπουν τον χίλιοι καμ λάροι, αρματωμένοι δυνατὰ τον πυργον προυρίζουν. - αν ' τον πυργον στέκεται φυσκιν ἄραιωμένη.

σαι βρυσίτω καὶ νερον, καὶ του νερον, η χάρις, iam ἁν εναι αἴτιος η κόρη ἁν έν παρθενος. 1340-- ωγαίνη αυγερινος καὶ φαλη χαράξη,

-- τὰ ρόδα τὰ τερπνὰ μυρο τοὐν τον κόσμον,

79쪽

- σηκόνει η κόρη του Ῥοὐ κρονίζει , την φυσκίναν. καὶ του νερου ἡ ἐνέργεια ἄν εναι δίχα δόλου,

1345 καθάρων εναι - νερον - κρυσταλλον καὶ χιονι 'εἰ δ' πει δολον τιποτε καὶ παρθενὼ ν ου ἔχει, θολονεσαι, ταράσσε - και γίνεται - βούλως,

καὶ παρευθυς γωρίζετανι, η κόρη αἰτίαν θει. ὁ καστάλάνος πάντοτε τον βλεπε τὴν μέραν, 1350 εἰς γνώμην θ ρωπρακτος, ῶς λησταρχος , την πραξιν, κακώδυνος, ἀνημερος, φιλῶ, ου θέλει φίλου,

ἀνελεημων ανθρωπος, διάβολος 'ς τὴν πραξιν. καὶ ανθρα πιος ἄν εὐρεμ ποσως, πολ 'πιίση καὶ μονον μὲ - δάκτυλον το τοίχημαν του πύργου, 1355 ευθύς της -- σύντομα κόπτει την κεφαλήν του. ἔχει καὶ ἄλλον εθιμον, Φλωρω, ὁ καστάλάνος, πλουτον ποθῶ, ἐπιθυ-- ολι - καθόλου, καὶ το παμμίδι ἀγα- νὰ παίζ' καθ' ημέραν, - ποῖκες τρόπον, Φλώριε, α πάδες με ἐκεῖνον, 1360 - δωκε δῶρα προ αυτὸν φίλον νὰ τον ἐποικες, ἀλλάχη τρόπον τίπους - ποικεν ει εσέν-.'' ακούει ταμ ο Φλώριος τους εδικούς του κράζει. - - ντά του εὐροξεν, κι εις την βουλην-κεισαν. ηξεύρετε - αρχοντες ' τον πύργον θέλω πάγει,1365 οὐ χει τὴν πόλλ' ἀπαπω σωθεν κλειδωμένην.κὰν δια την ἀγάπην της τον πύργον δι κρατησω,

- λώσω καὶ τὰ χέρια μου καὶ δ την περιλάβω, καὶ τότε το κεφάλι μου ἁ κό- όπου o βλέπει.οτι συχνο μάζει με ὁ πόθος της παίας, 1370 - εις την --πην της σεμβαίνει με σθένεια.κι ὁ χερογλύκυν της νομα θέλω φυ μαχηση, τον - λον, τον θέλω δεῖ, κείνη θέλει ομοιάζει,

- δνομάν της θέλω δεῖ καὶ θέλω distura .

80쪽

οὐδὲ παιδοπουλων τινος κω λαριοὶ ἐσάρχωJ.οδος κ ἁν ῆμαι, σύντομα νομίζω νὰ το μάλN. ανθρωπος ξένος - εδω εἶμαι καὶ ξενιτεύθην. 1400ῆλα, ιδ δῶ τον θαυμαστον πύργον, τον εφυλάροις, ἔτι εἶ -ον παθικον, πάντοτε ἐπεθύμουν, ἡ λεα, - δω ιι ορεχθω - ποίσω σὰν αὐτολον.

SEARCH

MENU NAVIGATION