장음표시 사용
191쪽
4 μ αργεῖτε τίπους του χρόνου η των μνων, - - τὸ μων σσε, εἰς τὴν Μ/ν καὶ τέλος ἡ μεταν σι η στερινὰ πολλά, μψαν μένη. 265 λοιπὸν - ἀναμένσε, πλέον μη καρτερεῖτε,αo σας συγκροτήσετε, πλέον μὴ ἀκαρτερεῖτε, περὶ τὰ πάντ' ἀποψυχης μοι ἀπαπηθητε,νὰ et τε no κατ εχθρων, κατὰ των Μουσομμάνων, καὶ δῶτε εἰς εκδίκησιν, τρέχετε, μὴ σταθητε,
270 τον Μαχουμέτην σφάξετε μ is ἀναμελεῖτε,
τὴν πίστιν των την σκυλικην ἡ την λακτοπα τε
'μέρα καὶ νύκτα M σπουδὴν 'ς τὰ εθνη διὰ δ πατε σηκώσατε καὶ τον σταυρώ mros ναι θεῖον αρμα, μὰν - σηκωσέ ποτε ὀ μώνας Κώνσταντῖνος 275 καὶ τους ἐχθρούς σίκησε καὶ εκατέβαλέν τους. Κωνσταντῖνε ρῶγαζη, κακην τύχην οπον,ες. καὶ τί νὰ λουν, ου οπορω, καὶ τί - γράφω, - οῖ . σκοτίζει μου τον λογισμον ὁ χάλασμος της πόλης, καὶ, πολύ της - κακον πως ἡ ω νῆ 'ς τον κόσμον. 280 δὲ μανδά- θλιβερον ros θέλει πῆ 'ς τον πάπαν, την κορυφην των ριστιανων, μέσα ' τολμων Πέτρον, καρδιναλίους δώδεκα καὶ α λους ωδομῆντα. - νὰ το πιάση Ἀκκλησιδι η συμβουλη της Pώμης, καὶ πῶς δι' συλλογισθων της Λύσης οἱ αὐθένταις,28 ρηγάδες, κοντοι, πρίγκιπες, δουκάδες, αβαλλάροι, πῶς δι το συμμετρησσε, - τὸ συλλογισθητε, - δολερον καὶ σκοτεινον της πόλης το μανδάτον; his κωρὸς των ριστιανων, Λατίνων καὶ Pωμαίων,
P ων sed Βλάχων καὶ οὐ ρων, Σέρβων καὶ 'Aλαμάνων,290 λοι - ομνοιάσουσιν, ἁ γένουσι το ἔνα, κιὼ νδ ομοφωνησουσιν οἱ μιστιανοί τε λοι, - νὰ σηκώσουν τον σταυρον του ριστου - σω δι, μὲ λιτανείαις δέ σες, προσευχαις καὶ δακρύων, - ,δι παρακαλεσουσιν εξόχως την κυρίαν,
192쪽
καὶ - ησιῶς καὶ φορεσια 'πον' - 'ς την πολιν ἰεδὲ φωνην την εσυρε κοράσιον ἐκ την πολιν λέμου πως ἀπέμεινε τὴν τόσην ἀνομίαν, οἱ Τουρκοι νὰ κερδήσουσι τὴν πολιν την ψίαν,νὰ κενωθοῖν των ριστιανων - αῖματα - δωρυ' 10'n Γενοβέσοι φρόνιμοι, που 'τον ὁ γ γισμός σας,
καὶ που ἡ δόξα, ἡ τιμη καὶ πολή συμβουλή σας
που 'νας - ντ- - σας, ποῖ ναι η παρρησιά σαν; ποῖ ναι τυ - ύσαφον καὶ το πολύ λογαρι, Oos ' τε ' την Γαλα ιν εις τὰ σκηνώματά σας; lo καὶ οὐ νω αἱ εἰνγενικαῖς καὶ αἱ ἀρχ' -ούλαμ, του κώνου αἱ Γαλατιανα , αἱ Γενοβεσοπούλαις ἰοἱ Ἀ-- τὰς ἐπήρασιν, ἀπεκερδή πω τως. o Γενοβέσοι φρόνιμοι, - - καταπατῶτες ' Mi δύναμίν σας βάλλετε - - ,δικηθῆτε 320- εθνη τα αλλοπιστα 'ς την βρομερην των πίστιν. μην τούς - σετε λοιπον ' την πόλιν - σταθῶσιν, μηδὲ ριζώσουσιν κεῖ διὰ πολυ- Οὐσιν και κάμουν ρίζαις δυναμις ανα--πάστους δώλου εις την Κωνσταντινούπολιν, καὶ τίς in ταῶς ἀνασπάση , 326
μη ὁ παντοδύναμος θεος ὁ πανυπόπτης καὶ ἡ μητέρα του ρισυλ ἡ τοὐ θεολκαὶ λογου, οἱ λωι ἀπόστολοι καὶ μετὰ των προφητων. Κωνσταντῖνε βασι si τύχην βαρειὰν οποὐ χες. θέλω νὰ δώσω ενθύμησιν 'ς των αὐθεντῶν της Λύσης 330ρπιαν ον εμαμπροτατον οὐ Παρισι , τον πρωτον πρωτόαρχ'ν των αὐθεντῶν, των τοπαρχων της Λύσης.
193쪽
Φράτω τιμιώτατη καὶ πολυφουμισμένη,
335 Θύρσε πληροφορων ' χάλκεν ἡ πόλις. ρ δις φαρο ἡ δυναμ. οὐ και ἡ στρατιά σας, - δράμετε ἀπόκοτα μὰ φρόνησιν καὶ πραξιν,
θέλημα ἔνι του λοὐ 'ς τὰ ἔθνη - ώπατε. 345 Λοιπον κοντεύγω τὰ πολλὰ στρέφομαι πρὸς Ἀγμέζους inlio Ἀγκλέω φρονιμώτατοι τίμιοι τῶν ὐμάτων, Οὐδώχξεύρω τί νὰ πλουδὲ - τί νὰ λέξω.
οἱ μιστιανοὶ λ ιστιανούς - ναι τόση κατάρα, ι σφάζουνται, λη - των - νὰ μηδεν λυπολται, 350 να χυνουσι τὰ αῖματα μου ἔνως καὶ α ori καὶ - ,δέχεται 'ν καεήμερα - πίνη ' μώνα κριμα ι αδικον, καὶ μαυρισμένη μοῖρα. θεέ μου, διὰ την δοξαν σου βαλε τους εἰς νάπην, Φραζυγυς καὶ 'A λέζιδες, παν- ους, κλαμάνους, 355 πα--θεντία πακτ' ἀρχη της Λύσεως τὰ μέρη, - -ονοιάζουν ἔμπιστα, - παν κατὰ τὰ εθνη, τὴν πολιν των ριστιανων, Λατίνων καὶ Pωμαίων, - πάρουν ἀμὰ χέρια των, - --ν,παρσίν των. ου δύναμαι - γράφω πλεον αυθένταις - στανοι, 360 νε- ησω ὁ ἄτυχος κραπωντα - κονδύλι, - ωρυχη- ὁ ταπεινὸς εκ την πολλην μου θλίψιν δμως εδα καὶ πάντοτε μετὰ ψυχης κραυγάζωλον τον παντοδύναμον του - σας εἰρηνεων, την πολιν - ἐπάρσε , των - ων τὰς χεῖρας. 365 T- αναθυμήθηκα τον αυθέθη τον doὐκαν, in mine fκύριον ' πιουργούνιας, τον μώναν στρατιώτην. ἄ-πουργουνέζοι ληθινοὶ ἄνδρες ἀνδρικωτάτοι,
194쪽
τούς αρχοντας,κόψασι - ουρκικὰ μαχαίρια, καὶ οἱ πτωχ' οἱ ταπειιω ο ι αμαλωτισθηκαν. ιπον τανυφηλότατε, κλαμπρότατε δουκα, 380 κυριε της Μπουργούνιας, αυθέντη καὶ δεσπότη, σηκωσε - στανται σου μετὰ πολλῆς ἰσχυος
- 'νεν, ὁ φόβος του λοὐ ἐμπρος κατ οφθαλμούς σου, καὶ δράμε εἰς ἐκδίκησιν της Κωνσταντινουπολης -ου μναλλους ριστιανούς δράμετε, μη ἀργεῖτε, 385τον οὐρκον μη ἀφησετε, μοι ἁρματωθῆτε τούς Πύρκους ἐξαλείψατε, ἐξανασπάσετέ τους. μην αμμήσης το λοιπὸν, δοῖκά μου στρατιῶτα,αμε δράμε 'ς ἐκδίκησιν του βασιλεως της πολης, της - τριας της κυρας καὶ της Λημα Σοφίας, 390
μὲ την φυχην δῶ - 'μ- ωσὰν τον Πτολεμαεον,
την πόλιν - επάρετε καὶ μην ἀκαρτερεῖτε, καὶ - - ἀκοντίσσε μὲ την καρδιὰν τον σκλών, οτι με δόξησεν ἀπο της στυπας του 395- μη μετανοησετε- στέρου - θλιβῆτε, καὶ - χετε νὰ κάμετε, μηδὲν το ἀμά σε. I. , 'Aφίνω τον τον εὐγενην τον δομαν της πουργούνιας, αφλ in H εις - φοβέντω στρέφομαι καὶ συνθρηνω μετά τους. ω οβστωλοι ευγενικοὶ στρατιωται του πολέμου, 400 μετὰ των Ισπανιολων τε καὶ των Πορτου γαλέων,-ξεύρετ αληθινά- χάθηκεν η πόλις, ἐπῆράν την οἱ ασεβεῖς καὶ Ἀμαλώτευσάν την.
195쪽
μὴ ματ οὐν η ἀκτῖνές σας ς' αἶ- των Pωμαίων. ineranPire. ηλιε, πλανητα τοπανοὐ, ποσως - ἀνατείλης, 410 της πολης τὰ θεμέλια προσεχε - μὴ κλίπς, μὴ 'ματωθουν φακτῖνές σου H- των Λατίνων,των Γενοβέσων σύν αὐτοῖς καὶ των Φράσμων των ἄλλων. Κρόνε, πλανητα τοὐρανου, προσεχε μὴ ἀνατείλος 'ς την πόρταν της βασιλικης της Κωνσταντινουπολης, 415 μὴ 'ματωθων νωκτῖνές σου ς' αἰ- των Λατίνων, Σπανωλων Προβεντύελων τε κia Μοιροκατάλάνων. ναλ πλανητα τοὐρανου, βλέπε μὴ ἀνατει ς ἐκεῖ τον ar οὐ P--ον 'ς τὸ τείχωμα της πολης, μὴ 'ματωθων λακτῖνές σου ς' αἰ- των παρθένων. 420 Ἀρης Θωφνοδιάβαινε την τρίτην βουρκωμένος, -- τον arno Pωμανον, λωνα ἱματωμένος, - αἷμα των ριστιανων αἱματοκυλισμένος.
ἡ Ἀφροδίτη ἔστω τὰ δάκρυα γεμισμένη, νδι κλαίη νέους ευρορφους, κοράσια ραιωμένα. 426 καὶ ὁ ' μης -- θρηνων πω νορων ἐκείνην ' τί πεις, Αφροδίτη μου, και εἶσαι χολωσμένη ς' κώ η Σάληνη ἀπο μακρὰ στέκε κι οὐδεν - νει, καὶ βλέπει καὶ θαυμάζεται, καὶ τρέμει ἀπο τον φόβον.
καὶ τὰ στοιχεῖα οὐρανου κλαίουν, θρηνουν την πολιν.
430 Σχολάζω του να etiam ἐμπρος, ν - θω καὶ - λα, διατι η ψυχή μου βλέπω την καὶ μει ἀφ ἀφη , la τὰς αρμονίας μου καὶ ἐκ - σωτικά μου μὴ σκά- ό--μυχος, γράφοντα μὴ πλαντάξω, μήπω και παραλογισθω θεε, βοηθησέ μου. 435 στρέφομαι εἰς βοηθειαν - πω ὁπως ἡ δωσουν,
κι ἀντιβολω, παρακαλω εἰς πάσαναν αὐθέντην, Σπανωλους, Προβεντο ους τε μντων Πορτου λέων μόνον δι ομνοιάσουσι, a θέλουσι καὶ μουνον, τον οὐ ον εξερι νουν συρριζον εκ τὴν Λύσιν,
196쪽
σοσπατω κι ἀψίνω ο κ ἐσεῖς - - ἀρητα - βλέπω κ' ἐπηδησε κυκά- εις την Λυσιν, - πάρδος λεοντοπαρδος - λέων πεινασμένος, 445και τρώγει σας την σάρκα σας, ad πίνει σαντο - ῶσαν γλυκυ μαγείρευμα καὶ δίχα θέλημά σας. κ' εδε κρίμα το κάμ--- ώς πότε - νεν ουτως, ναμώσω 'ς τον τοπον σας, - τρν τὰ σωτικά σακ;ομως ὁ θεὸK ὁ δυνατος is σας, μαρδιώση, 450νὰ ποίσετε ομόνοιαν εἰς μιαν καρδιαν ι μοι, - νὰ τον ξεριζώσετε παντάπαν ἀπ τον κοσμον. εἰς τοὐτο δὲ παρακάλω, αὐθένταις κα ρηπιδες,
' Κωνσταντῖνε βασίλεω τυχην κακην τὴν ει v. st ελθω ς' προκείμενον της ταπεινης της πολης, τον Ἀ-κον τον παράνομον ελα τε 'κ την Λύσιν. τινας πάπην μετ' αυτον - βουληθῆ νὰ ποίαν, μὲ τηνίη- 'ν εφων τον κοσμον οπου πίζει. 460 λοιπον αν τον α σετε μόνον καὶ δύο πόνους
ει την Κωνσταντινούπολιν - περιανασάνη,
ομνύω - εις τον λον, ὁλους - θελε φώνει. μηδὲ ἀναμελήσετε, ποσως μηδὲ σταθητε, τον Ἀ-- νὰ ελα τε αὐθένται - γενητε, 466 τότε να κεφαλαιώσετε, αὐθένταις νὰ γενητε, ἀναπαυθητε μοι σας τινα in μη φοβῆσθε. καὶ μεγαν λύκον σε, χάσκει μὰν το ψάρι, τὰ αῖματα των ριστιανων πίνει -- λωντάρι διὰ τομο ολοι μιστιανοὶ δις παν/ὸ τ καμάρι. 470- τον εξεριζώσετε τον σκύλον τον λυσσιάρην, θω ὁ παντοδύναμος θέλει σας δώσει χάριν,
το πνευμα το πανάγιον καὶ να - εφωτίση
ο ουρκος σι δυνατος, εχοντα καὶ την πολιν
197쪽
-ΗNOx THx MUTANTINOTmum. 155θμει νενην ἀνημερος δράκος - λεοντάρι. τώρα το βουλομαι - ει, ὁ κόσμος - κατέχεα ἐκ του Ηρακλείου τον καιρον πιέρθην ο Μωάμεθ' vi V 48 κιὼ ἀπ' ἐξαύτου την - ν ἐφάνη τέτοιον ἔθνος, in P. M. κ' ἐπάτησεν εἰς ' μανι καὶ - τε ν κατ' ετος τὴν - 'ν κ ἐλεεινὴν την Κωνσταντίνου πολιν μὲ τ αύριον, μὰ το σημερον ἀπο τόπον εἰς τοπον, ἐξ 'Aνατάλων πήδησεν κυκά- κ εἰς την Λύσιν,48 εἰς το σκαμὶν τῶν ριστιανῶν - κεφαλο τίκι. Ηράκλειος καὶ προ αυτο εο -ας Κωνσταντῖνος καὶ μέ ι Ιουστινιανου οἱ πρώτιστοι της πολης, ἡ πολις μυρίευεν Ἀνατολην - Αύσιν, καὶ τώρα τὸ μειράκιον, τὸ m αντον --θνολ490 ἐνέβηκεν, Ahηλωσεν, ἐγίνη αὐθέντης μέ νως' ἐπάρθηκε, o ἀσεβὴς - διάβολος διώκτης,
τον κοσμον ολον βουλεται, θέλει νωτον εφωνη και πασα εἷς δις βλέπετε, μικρος καὶ μέγας αὐθέντης, μὴ συντροφι ν μετ' αὐτον, μὴ φλωθῆ μηδ' o ri49 μηδὲ δεκτὴ ορκομοτικὰι -δεὶς αὐτον πιστεύσν τούς ορκους κάμνει δολερούς, ομνεῖ ' εἰ - σπαθί του, ἐξ υστερου θανατονει τους καὶ επωρκεῖ ὁ σκύλος τοπιορκον τον ὁ ἀσεβης -- ου στέργει τοὐτο, δια ἔνι γένος απιστον καὶ πλῆρες γέμον δόλου. 500 καὶ ὁ μι---οὐ παίω δι' ἡμἁς του ανθρώπους, καὶ τὸν σταυρών - ἔδωκεν ὁπλον καὶ μέγαν αρμα, ' τὸ - νικοῖμεν τούς εχθρούς ορατούς, μοράτους σηκώσετ τον, τον σταυρὸν μὲ φόβον καὶ καμάρι,κ ἀμμε καταπάνω του του σκύλου μ αρίτου. 505 ἐλπίζω λέγω εκ λαν, καὶ γράφω μετα θάρρους, τὸν λωκον - νικησετε μ του σταυρου την χάριν, καθά ποτε ὁ ωμος ὁ μέγας Κωνσταντῖνος. 'Aψίνω τώρα οὐ πολλούς καὶ τούς Προβεντ α Uieν-
510 και στρέφομαι 'ς τον βασιλ- τον της 'Aλαμανίας,
198쪽
τὸν πῶλην τον πανθαύματον, ρογαν της οὐ πίας τοιἀτος εἶ ὁ βασιλευ ο ' Ἀλαμανίας, καὶ πάλιν ο παμφούμιστος ρογας της ο καρία - τους πλανητας τους επτὰ - περφέρουν δύο. A βασιλευ πανεμμωστε, της 'Aλαμανίας, 615καὶ σύ, rem πανένδοξε αὐθέντα οὐγκαρίως, νδ ξεύρετε ' ἐπηρασιν οἱ ἀσεβεῖς την πολιν,κ ἐχάθην η ἀποκράτησις, βασιλεία Ρωμαίων. ἀπὸ ν ἡ πολις θά κεν ὁ κόσμος ἁ προσων ῆλθε καιρος, ο βασίλεὐ να πω κατα τὰ ἔθνη, 520πειαν σου κάμνει περισσὰ νὰ πεπς κατ μεινα συμφορὰ καὶ θρηνισμος καὶ κοπετος μεγάλος, Κωνσταντινε βασίλευ, τυρον κακην που χες. αὐθέντη, πάλη εχπενικι στολὴ των ανδρειωμένων, κακὰ θηρῶ ἐσύμωσαν - δε την οὐ μαρίαν. 625ἄ Πιάγκω φρονιμωτατε, καὶ στηλη της Βλαχίας, θαλασεν 'Pωμανιλ εχαλασεν Ῥύσις, ἐπέσασι τὰ φλάμπουρα του βασίλεως της πόλης. θεέ μου πως ἀπέμεινες την τοσην ἀνομίαν ἰῶ ἀλαμώνια καὶ Ουγκρὰ Βλαχία καὶ Σωβία, 630 ἐδήσας κάμνει χρεια πολλη κατὰπούρκων ,πατε- μετὰ μεγάλης στρατιας, μετὰ πολλῆς ἰσχύος, - πολεμησσε καλως κι οἴτως - δοξασθῆτε, - δοξασθῆτε περισσὰ οταν Wωρα - Λκαὶ δωση σας την ὁ θεος ὁ μεγα τροπαιο 'ς, 535 καὶ ο ι ν αὐθεντεύσετε μὲ τιμημένον τρόπον, εἰς δόξαν του παντάνακτος λοὐ os παντερ του. Η κορυφη της εκκλησιας της 'Pώμης της πως,ἄ -- ωνιώτατε, της πίστεως ὁ στλος, φέγγος, φωστὴρ των μιστιανων καὶ κορυφη της Pώμης, 40 ποῖσε - ομνοιάσουσιν οἱ μιστιανοὶ οὐ κόσμου, μοι αὐθένταις της - μια - κάμμυσιν ἀγάπην,ομόνοιαν ἀληθινην,- ὁ θεος το θέλει,
καὶ - σηκώσουν τον σταυρον, σύ πρωτος κ. εκεινοι,
- του εξολοθρεύσετε - - πρόσωπόν σας,
199쪽
-ορισμος ἔνι του λου, πανα ιά τε πάτω, θέλεις νικησειν μὲ τον θεον ολους τούς αντι δίκους.
- ζοι, Ἀγκλέω - νικοι λατε εις την ' μην, 550 κα Βενετ ανοι φρόνιμοι εις βουλην καὶ ς ἔργον, ἐλατ' --, μονοι σε καὶ μὲ τὴν συμφάλην σας,μὲ - καλόν σας ριζικον καὶ μντα κάτεργά σας. Πορτο παλεύοι, δράμευ κι ἐσεῖς οἱ Φρ-- ολοι, Σπανία μντην δύναμιν ην ἔχει καὶ βοηθειαν 555 αλιάνοι ἀνδρικώτατοι και η φρονησης πρωτοι,
συντόμως ὁμοθυμαδον ἀμετε καταπάνωτουπούρκου -α Μαχουμε καὶ του ασεβεστάτου, 560 που 'μπεν καὶ κεφάλωσεν 'ς των ' μαίων τὴν χώραν. μην - ἰδῆ, δι ξεσπασθην, λὰ φοβηθη, - - λ
- χάσκ την ἀλωπεκην καὶ την Φηλοφροσύνην, καὶ νὐτον ενικήσετε, δι πάρεπε την πόλιν. 565 παρακαλῶ σας, βασίλεῖς, αὐθένταις καὶ ρηγάδες, καὶ τι κουρούνια της Φραημιας, σοφοὶ καὶ διδασκάλοι, μη μὲ κατηγορησσε εις - γραψα καὶ clis. περάσετε μ' - απνωστον μάδιν μὲ τον νουν μου, καὶ ψέξετε τον λογισμον--ὐ δὲ καὶ τὴν γλωσσαν,570 την ποιαν δὲ, εδυνηθηκα νὰ τὴν ἀποκρατησω. - ενθυμούμουν τίποτε μικρὸν δῶ νὰ γράφω, κι ὁ - νω- ανέβαζε δι γράφω τέτοιαι λέξεις, καὶ νοι μου - 'τράφε τας διωνὰ ταῖς ἀπρομησουνο ι αὐθένταις της - μια καὶ θέλουν συμπονέσειν. '575 καὶ δῶ τουτο ἔποικα καὶ ωαψα λεῖπεν. τοὐτο καὶ μόνον πω σας, πλέον eo πούρκους πολεμήσετε, τους μιστιανούς ἀφητε - ωαρέθην ὁ θεὸς των ριστιανῶν ταῶ μάχαις, ωρόμησαν εἰς τον θεὸν μάχαις των μοφύλων. 580 δὲν βλέπετε τούς ασεβεῖς τὸ πως εὐημερουσιν, οἱ μιστιανοὶ μὲἈριστιανούς πάντα - πολεμουσιν;
200쪽
θυμῶσθε ταῖς αἰχμαλωσιῶς, ου ρία λυπημένη, των - ουριῶν τὰ δέ πα θλιμμένοι, πονεμένοι. 590 πάλιν δὲ ἐνθυμίζω σας, αυθένταις, μη σταθητε, - χσε δia, a Misere, μηδὲ τὸ ἀμάλεῖτε, - ἔθνη διὰ νὰ β γα τε μλτην κωδών σως nos, μὰ πόθον καὶ συγκροτησιν πάντες is συναχθῆτε, - λα τε τούς ἀσεβεῖς ἀπο - γονικά--, 595νὰ πάρεπε του τοπους σας ustisa χαρῆ ἡ καρήδιά mi καὶ 'κατεβημανεὶς - του ζητησεν ἀγάπην, τον οὐρκον οὐ ρώσκυλον, τυνημερον θηρίον. καὶ θελωνὰ γινώσκετε, τι μὲ τὸν πιατ νερρούφατε το Ἀριστιανούς - δράκος πεινασμένος, 600ἐγίνηκεν Αντίχριστος, τον κόσμον σακτανίζει, - ενος το 'Pωμαικὸν ἐκαταδούλωσέν το, καὶπρὸς τα μέρη της Φρα κιας, βλέπω, ἀναχεντρίζει. A κορυφαντης ἐκκλησιας, παναγιώτατε πάτω, της πίστης τὸ στερέωμα, των ριστιανων η δόξα, 605' Οὐλιωσύνην σου κρεμα α φ ιστια-σύνη. - τούς ἐφέρν εἰς καλον - την διατανοσύνην,
μὲ τὸ γλυκῶ με τομορφον, μὲ του θεοῖ τὸν φόβον, καὶ - σηκω ς τον σταυρον μὲ φόβον καὶ μντρομον, μὲ τολμην τον ἀπριώπιστον - λά in ἐκ - σπητι. 610
ἐκ την Κωνσταντινούπολιν, τὴν νέαν Pώμην λέγω.
ἀπην ἡ πολις ἐχάθηκεν ὁ κόσμος ἁ προσέχη, καὶ πω ἁ προσέχετε, - ἡ βροντη τὰ νέφη. ἡ πόλις γον - σπαθι ἡ πόλις τὸ κοντάρι, πόλας δ ταν τὸ κλειδὶ της 'Pωμανία o ς, 615κ' ἐκλεί -- ἐσφάλιζεν μην την ' μανίαν,
